«Ένα έλλειμμα ονομάτων»- άρθρο του Ρ.Τζαστ (μέρος πρώτο)

Ο καθηγητής Roger Just είναι ο κοινωνιολόγος- ανθρωπολόγος που είχε επισκεφτεί και διαμείνει στο Μεγανήσι στο τέλος της δεκαετίας του 1970 και που έχει γράψει, μεταξύ άλλων, το βιβλίο «A  Greek Island Cosmos: Kinship and Community in Meganisi». Τώρα πια είναι συνταξιούχος και σπάνια επισκέπτεται την Ελλάδα. Το άρθρο του που θα παρουσιάσουμε σε τρεις συνέχειες αναφέρεται στα ονόματα και αναλύει τον τρόπο με τον οποίο αυτά λαμβάνονται – ή τουλάχιστον λαμβάνονταν στο Μεγανήσι πριν από 30 χρόνια.

Σημ: Η μετάφραση από το αγγλικό κείμενο (που είναι κομμάτι μιας συλλογικής εργασίας) είναι δική μας και άρα ερασιτεχνική, οπότε ζητούμε την επιείκειά σας (και πιθανόν τις διορθώσεις σας).

 

Roger Just A shortage of names: Greek proper names and their use

Ρότζερ Τζαστ- Ένα έλλειμμα ονομάτων: τα Ελληνικά ονόματα και η χρήση τους.

 

  Μια κοινή παραδοχή για ένα κατάλληλο όνομα είναι το ότι πρέπει να καθορίζει σαφώς ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα. Στο χωριό Σπαρτοχώρι (Μεγανήσι, Λευκάδα) [1] γνώρισα πέντε άντρες που λέγονταν Γιώργος Πολίτης, πέντε που λέγονταν Νίκος Ζαβιτσάνος, τρεις με το όνομα Γεράσιμος Αργύρης, και πάει λέγοντας. Επιπλέον, από τον μόνιμο ανδρικό πληθυσμό που το 1980 ήταν περίπου 205 [2], οι 28 (ένας στους εφτά) λεγόταν Γιώργος και παρότι με κάποιον τρόπο όλοι οι άλλοι έμοιαζαν να γνωρίζουν για ποιον Γιώργο γινόταν συζήτηση (προφανώς επειδή υπήρχαν ικανοποιητικά επεξηγηματικά στοιχεία), εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω.

  Για έναν επαγγελματία ωτακουστή του καφενείου, πχ για έναν ερευνητή όπως εμένα, αυτό ήταν ένα αξιοσημείωτο μειονέκτημα και το να μου πουν, όταν συνεσταλμένα ρωτούσα «Εεε…ποιος Γιώργος;», ότι φυσικά συζητούσαν για εκείνον τον Γιώργο, δεν βοηθούσε καθόλου τα πράγματα. Άρχισα να αισθάνομαι ότι είχα μάλλον κάποιο άδικο έλλειμμα από προσωπικά σημαινόμενα και αυτό το δοκίμιο θα προσπαθήσει να εξηγήσει γιατί ήταν ακριβώς έτσι.

  Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο γενικός τρόπος που οι άνθρωποι ονομάζονται στην Ελλάδα ακολουθεί ένα πρότυπο που τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι συνηθέστατα στην Ευρώπη και τον εξευρωπαϊσμένο κόσμο: κι αυτό είναι, κάθε Έλληνας να κατέχει συνάμα ένα δοθέν χριστιανικό όνομα (onoma) κι ένα οικογενειακό όνομα ή επίθετο (eponymo). Εντούτοις σε μια αντικειμενικά μικρή και εν πολλοίς ενδογαμική κοινωνία όπως αυτή του Σπαρτοχωρίου, αυτά τα δύο ονόματα, ακόμα και στην συνδυαστική χρήση τους, είναι συχνά ανεπαρκή για να καθορίσουν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο – όπως οι πέντε «Γιώργος Πολίτης» μου κτλ. Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι μια διαφορά μεταξύ του ελληνικού τρόπου ονομασίας και αυτού που εφαρμόζεται στις περισσότερες από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι ότι οι Έλληνες κανονικά περιορίζονται σε αυτά τα δύο ονόματα καθώς λαμβάνουν μόνο ένα χριστιανικό όνομα [3]. Σε επίσημα έγγραφα πάντως, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας (taftotita) που οι Έλληνες πολίτες απαιτείται να κατέχουν, δίδεται λεπτομερέστερη αναφορά από την συμπερίληψη των ονομάτων του πατέρα και της μητέρας κάποιου: έτσι ένας αναγνωρίζεται ως «Γιώργος Πολίτης, γιος του Νίκου και της Μαρίας». Στην πραγματικότητα λοιπόν, το μεσαίο όνομα που συχνά εμφανίζεται, για παράδειγμα, στα ονόματα Ελλήνων συγγραφέων και ερευνητών, δεν υπάρχει λόγω ενός δεύτερου ονόματος, αλλά είναι το χριστιανικό όνομα του πατέρα τους στην γενική ή την κτητική. Το Ελληνικό Δημόσιο παραμένει κατά κάποιο τρόπο εθνοκεντρικό σχετικά με αυτό, αφού αν και η κάρτα αποβίβασης που πρέπει κάποιος να συμπληρώσει φτάνοντας στην Ελλάδα είναι βολικά μεταφρασμένη στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, υπάρχει ένα μπέρδεμα όταν ο Έλληνας σου ζητάει το «όνομα πατρός», ενώ ο Άγγλος, Γάλλος και Γερμανός απλά το «μεσαίο όνομα». Πάντα με φώναζαν Ρότζερ (Roger), αλλά στην πραγματικότητα το «Ρότζερ» δεν είναι παρά το τρίτο από τα χριστιανικά μου ονόματα, με τα πρώτα δύο να είναι Francis Pelham, που είναι επίσης ονόματα του πατέρα και του παππού μου. Στο πρώτο μου ταξίδι στην Ελλάδα προσπάθησα αφελώς να συμπληρώσω την κάρτα αποβίβασης όσο ακριβέστερα μπορούσα, γράφοντας “Francis Pelham Roger” ως το δικό μου όνομα και “Francis Pelham” ως το όνομα του πατέρα μου. Αυτό φυσικά διορθώθηκε με τη δέουσα σοβαρότητα από τον υπάλληλο μεταναστεύσεων (….).

 Η χρήση πάντως των γονικών χριστιανικών ονομάτων ως προσθήκη στο κανονικό όνομα κάποιου είναι κυρίως επίσημη. Στο Σπαρτοχώρι τα παιδιά αναφέρονταν ορισμένες φορές, πχ «ο Γιώργος του Πέτρου» (Petros’ Georgos), και οι γυναίκες κατά περίπτωση με παρόμοιο τρόπο, πχ «η Μαρία του Πέτρου» (Petros’ Maria), αλλά αυτές, φρονώ, ήταν αυθεντικές περιπτώσεις περιγραφής, παρά ονοματολογία αυτή καθ’ εαυτή [4]. Στα σίγουρα οι ενήλικοι άντρες δεν αναφέρονταν ως «γιος του τάδε». Αυτό που στο Σπαρτοχώρι (και στην αγροτική Ελλάδα εν γένει) παίρνει τη θέση του μεσαίου ονόματος, ή καλύτερα εκπληρώνει κάποιες από τις λειτουργίες του επιτρέποντας σε κάποιον να κάνει διαχωρισμό ανάμεσα πχ στους διάφορους «Γιώργους Πολίτες», είναι το παρατσούκλι (paratsoukli), για το οποίο υπάρχουν δύο είδη: προσωπικά προσωνύμια που αποκτούνται και φέρονται από τα άτομα και οικογενειακά παρατσούκλια που έρχονται κυρίως να αναπαραστήσουν επίθετα ή ιδιότητες με τις οποίες, θαρρώ, συνδέονται ιστορικά.

  Σε ό,τι ακολουθεί, θα προσπαθήσω να κάνω μερικά περιληπτικά σχόλια σε καθέναν από τους τύπους των ονομάτων: Χριστιανικά (ή δοθέντα), οικογενειακά (ή επίθετα) και παρατσούκλια (ή προσωνύμια).

 

Χριστιανικά ονόματα

  Στους διαφημιστικούς πίνακες της Μελβούρνης (πιθανότατα της τρίτης μεγαλύτερης Ελληνικής πόλης στον κόσμο!) υπάρχει αυτόν τον καιρό [Άνοιξη 1988] μια μάλλον έξυπνη διαφήμιση για μια συγκεκριμένη μάρκα ούζου. Γράφει: «Ούζο τάδε: για κάθε Κον, Νίκ και Χάρη». Η διαφήμιση είναι έξυπνη, νομίζω, γιατί παραλλάσει ένα αγγλικό κλισέ σε ελληνικό συμφραζόμενο, αλλά με παραπομπή στους Έλληνες που οι ίδιοι έχουν μετατοπιστεί σε ένα Αγγλικό (ή έστω αγγλόφωνο) πλαίσιο. Υπάρχει επίσης μια κρυμμένη ειρωνεία, μιας και το κλισέ στο οποίο η διαφήμιση στηρίζεται είναι πλέον απαρχαιωμένο. Ελάχιστοι Άγγλοι (ή Αυστραλοί) λέγονται στις μέρες μας Τομ ή Ντικ ή Χάρυ. Ίσως το «Τομ» ανέκαμψε κάπως τα τελευταία χρόνια, αλλά τα «παραδοσιακά» αγγλόφωνα ανδρικά ονόματα συσπειρώνονται πλέον γύρω από τα Ντέηβιντ, Τζων, Πήτερ, Τζέημς (και, στην Αυστραλία, Ρόμπερτ) ενώ την ίδια στιγμή ο αγγλόφωνος κόσμος είναι γεμάτος με Σέιν, Γουέιν, Τζέισον, Γκάρι, Μπρετ και οτιδήποτε άλλο η εφήμερη μόδα έχει υπαγορεύσει για την επιμέρους γενιά. Δεν γνωρίζω πόσα «χριστιανικά» ανδρικά ονόματα υπάρχουν στην Αγγλική, όμως είναι απίστευτα πολλά. Ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο για την Ελλάδα, όπου η μόδα έπαιξε μικρότερο ρόλο και όπου οι «Κον, Νικ και Χάρης» διατηρούν ένα αρκετά ευρύ ποσοστό εμφάνισης. Ξανά, δεν γνωρίζω πόσα ελληνικά χριστιανικά ονόματα βρίσκονται πραγματικά σε χρήση, και φαντάζομαι ότι μια εξαντλητική λίστα θα μετρούσε εκατοντάδες, όμως είναι αναμφίβολα πολύ πιο περιορισμένη λίστα και όχι τόσο ανοικτή σε διευρύνσεις με επινοήσεις νέων. Στην πράξη, οι 205 άρρενες Σπαρτοχωρίτες μου μοιράζονταν ένα σύνολο από 45 χριστιανικά ονόματα μεταξύ τους. Αυτή είναι, υποθέτω, μια λογική διασπορά και αντιστοιχεί χονδρικά ένα χριστιανικό όνομα σε τέσσερις άντρες. Αλλά από αυτούς τους 205 άρρενες οι 28 ονομάζονταν Γιώργος, 17 ακόμα ονομάζονταν Νίκος, 16 Γεράσιμος, 12 Στάθης, 12 Μιχάλης, 11 Αντρέας και 10 Σπύρος (προφανώς οι «Κον» και «Χάρης» δεν φαίνεται να τα πήγαιναν και τόσο καλά στο Σπαρτοχώρι). Το θέμα πάντως είναι ότι στην Ελλάδα ένα χριστιανικό όνομα υποτίθεται ότι είναι στ’ αλήθεια ένα χριστιανικό όνομα. Το όνομα του αγίου που τα διαπιστευτήριά του τον κατατάσσουν ως μέλος της χριστιανικής κοινότητας. Αυτό έχει σαφείς κοινωνιολογικές και τελετουργικές συνέπειες στις οποίες θα αναφερθώ εν συντομία, ενώ δεν είναι αμελητέο ότι αυτό που παραδοσιακά γιορτάζεται στην Ελλάδα δεν είναι η μέρα των γενεθλίων, όσο η ονομαστική εορτή –δηλαδή η γιορτή του αγίου στον οποίο είναι αφιερωμένο το όνομα. Όμως η χρησιμότητα ενός χριστιανικού– χριστιανικού ονόματος έχει το προφανές πλεονέκτημα ότι αποκρούει τις τρέλες της μόδας.

  Όχι, ωστόσο, πλήρως. Το «Βίκυ» είναι πια ένα κοριτσίστικο όνομα της μόδας και, αν δε με γελάνε οι γνώσεις μου, είναι κάτι εισαγόμενο που οφείλει την δημοτικότητά του σε μια γνωστή Ελληνίδα ποπ-σταρ. Το «Όλγα» επίσης είναι ένα όχι σπάνιο όνομα στην Ελλάδα και, αν και θα ακουστεί μάλλον ανθελληνικό, αυτό προέκυψε από μια πρώην βασίλισσα της Ελλάδας, που η ίδια δεν ήταν και τόσο… Ελληνίδα [5]. Ακόμα πιο ενδιαφέρον όμως είναι το ότι, η εκ νέου ανακάλυψη από την Ελλάδα του κλασικού παρελθόντος της, που μπορεί να τοποθετηθεί χρονολογικά από το τέλος του 18ου αιώνα κι εδώ και συμπίπτει με την εξέγερση για την εθνική της ανεξαρτησία, κατέληξε σε μια αναβίωση της μόδας των κλασικών ονομάτων- Οδυσσέας, Πηνελόπη, Λεωνίδας, Ηρακλής, Σωκράτης κτλ. Η Εκκλησία (της οποίας η Ιεραρχία ήταν εναντίον της Επανάστασης και της ανεξαρτησίας από την Οθωμανική Αυτοκρατορία) καταφέρθηκε εναντίον αυτού του παγανιστικού συρμού [6], και μου ειπώθηκε ότι κατά την πρόσφατη περίοδο της Χούντας (1967-1974) καταβλήθηκαν ξανά προσπάθειες στο να αποτρέπονται τα παιδιά να βαφτίζονται με αντιχριστιανικά ονόματα. Εντούτοις μια επισήμανση απαιτείται εδώ, μιας και, ιστορικά μιλώντας, τα παγανιστικά και τα χριστιανικά ονόματα ήταν κάπως συγκεχυμένα.

  Σε αντιστοιχία με το ανάλογό της στον υπόλοιπο Χριστιανικό κόσμο, το «Μαρία» είναι πιθανότατα το πιο κοινό γυναικείο όνομα στην Ελλάδα. Ωστόσο το «Ελένη» θα μπορούσε να είναι ένας από τους βασικούς ανταγωνιστές. Και πιο όνομα θα ήταν πιο αρωματισμένο από το μυθολογικό παρελθόν από αυτό; Υπάρχει βέβαια και μια Αγία Ελένη- όπως όμως υπάρχει και ένας όσιος Σωκράτης. Κάποιος μπορεί να συνδυάζει και τον ελληνισμό και την αγιοσύνη. Εντούτοις, δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος «άγιος Οδυσσέας». Έτσι, γι’ αυτούς που φέρουν μη χριστιανικά ονόματα μια δόση πραγματισμού λύνει αυτό που θα μπορούσε να γίνει πρόβλημα: κάποιος απλά γιορτάζει την ημέρα του αγίου του οποίου το όνομα μοιάζει περισσότερο φωνητικά με το δικό του.

Σημειώσεις:

[1]: Το Σπαρτοχώρι είναι ένα από τα 3 χωριά (Σπαρτοχώρι, Κατωμέρι, Βαθύ) του μικροσκοπικού νησιού του Μεγανησίου (20 τετρ.χιλιόμετρα) δίπλα στο νησί του Ιονίου Λευκάδα και βρίσκεται ανάμεσα σε αυτήν και στα δυτικά παράλια της ενδοχώρας της Ελλάδας. Η ερευνητική εργασία έλαβε χώρα μεταξύ 1977 και 1980, και έγινε εφικτή μετά από μια σειρά γενναιόδωρων υποτροφιών από τον Philip Bagby Bequest, του Πανεπιστήμιου της Οξφόρδης και το SSRC. Οι ευχαριστίες μου ανήκουν σε όλους. 

[2]: Αυτό το μάλλον δύσχρηστο τυπικό χρειάζεται δικαιολόγηση. Όπως τα περισσότερα χωριά στην αγροτική Ελλάδα, το Σπαρτοχώρι έγινε υποκείμενο μιας αξιοσημείωτης μετανάστευσης τόσο υπερατλαντικά, όσο και στην αστική Ελλάδα, κυρίως στην Αθήνα. Αρκετοί, αν όχι οι περισσότεροι από τους Μεγανησιώτες, που ζουν στην Αθήνα και αλλού, επιστρέφουν τακτικά στο νησί και ορισμένοι συγκαταλέγονται στους πιο ενεργούς και διακεκριμένους πολίτες στις υποθέσεις του χωριού και οπωσδήποτε πρέπει να λογίζονται ως μέλη της Σπαρτοχωρίτικης κοινωνίας. Από την άλλη ο αριθμός τους είναι προφανώς κάπως δύσκολο να υπολογιστεί (κάποιοι, για παράδειγμα, μπορεί να διαμένουν στο Σπαρτοχώρι για τρεις ή τέσσερις μήνες και μάλιστα όχι συνεχόμενα, κάποιοι άλλοι μόνο για μερικές εβδομάδες τον χρόνο, ενώ άλλοι για ένα διακοπτόμενο διάστημα πολλών ετών). Στην προσπάθεια να προσδιορίσω έναν ακριβή αριθμό, αναγκάστηκα να περιοριστώ σε αυτό που αλλού αποκάλεσα ως «πυρηνικό» πληθυσμό, δηλαδή εκείνους τους Σπαρτοχωρίτες οι οποίοι ζουν αποκλειστικά στο Μεγανήσι. Ακόμα και αυτό το νούμερο κυμαίνεται, καθώς πολλές οικογένειες μπορεί να ξοδεύουν ένα χρονικό διάστημα της ζωής τους στην Αθήνα (ή στο εξωτερικό) πριν αποφασίσουν να επιστρέψουν στο νησί. Ακόμα χειρότερα, πολλοί από τον πυρηνικό πληθυσμό είναι ναυτικοί κι έτσι απέχουν από το χωριό για μήνες.

[3]: Αυτό έχει και τις εξαιρέσεις του, κυρίως στην μεσαία τάξη και στα αστικά κέντρα, παρ’ όλα αυτά είναι ο κανόνας.

[4]: Σε μερικές περιοχές της υπαίθρου της Ελλάδας η προσκόλληση μιας γυναίκας στον άντρα της υπογραμμίζεται από την απώλεια του δικού της Χριστιανικού ονόματος και την υιοθέτηση αυτού του άντρα της με ένα θηλυκό πρόσφυμα [πχ. Λάμπραινα, η γυναίκα του Λάμπρου] (όρα Campbell 1964: 186).

[5]: Η Όλγα της Ρωσίας (1851-1926), σύζυγος του Γεωργίου Α’, βασιλιά των Ελλήνων.

[6]: Μια Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1819 (από τον Γρηγόριο Ε’) ολοκληρώνεται με το εξής: «Και ο νεωτερισμός που εισήχθη, όπως έχουμε ακούσει, να δίδονται αρχαία Ελληνικά ονόματα στα βρέφη των πιστών που βαπτίζονται, εκλαμβάνεται ως απαξίωση της Χριστιανικής πρακτικής ονοματοδοσίας, ενώ είναι την ίδια στιγμή ακατάλληλος και δύσχρηστος…Οι γονείς και οι ανάδοχοι στο μέλλον οφείλουν κατά την ώρα της ιεράς μυσταγωγίας της επαναγέννησης, να βαφτίζουν με τα παραδοσιακά Χριστιανικά ονόματα, στα οποία οι άγιοι πατέρες είναι συνηθισμένοι και τα οποία είναι γνωστά στην Εκκλησία μας, από τους δοξασμένους αγίους των οποίων και την μνήμη επιτελούμε» (Απόσπασμα στο Clogg 1976: 88)

(Συνεχίζεται)