«Ο καπιταλισμός, η κρίση και τα εχέγγυα»- του Μάκη Πολίτη

paidiergasia3

Ο καπιταλισμός, η κρίση και τα εχέγγυα.

Αμέσως μετά τη μεγάλη έκρηξη της βιομηχανικής επανάστασης σε Ευρώπη και Αμερική, φάνηκαν οι πραγματικές επιδιώξεις των αστών. Τα κούφια λόγια της Γαλλικής Επανάστασης αντηχούσαν μόνο σαν απόηχος στ’ αφτιά των ευγενών και αριστοκρατών γαιοκτημόνων που είχαν αποβιβαστεί πια από  το τραίνο της εξουσίας. Όσο για την Εργατική Τάξη της εποχής… ας μη μιλάμε καλύτερα! Κανένας δεν θυμότανε το 1789, τα οράματα και τα διδάγματα των μεγάλων διαφωτιστών.
Οι εργάτες, ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι, δούλευαν δεκαέξι ώρες την ημέρα. Δεν υπήρχε καμιά ασφάλεια ή σύνταξη σε περίπτωση τραυματισμού ή θανάτου, καμιά αποζημίωση στην περίπτωση της απόλυσης.
Η παιδική εργασία (διάβαζε παιδική θνησιμότητα μέσα στα κάτεργα του διαβόλου) ήταν εκ των ουκ άνευ αυτής της θυελλώδους ανάπτυξης. Το μαρτυράνε πέρα από τις χιλιάδες αξιόπιστες ιστορικές πηγές και οι φωτογραφίες και γκραβούρες της εποχής.

Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε από πού αντλούσε ιδέες και ήρωες ο Κάρολος Ντίκενς. Οι παρίες αυτοί ζούσαν στις πιο άθλιες συνθήκες τόσο από άποψη εργασίας όσο και κατοικίας. Οι αρρώστιες θέριζαν τα ταλαιπωρημένα κορμάκια τους κι αν δεν καταπλακώνονταν από κάποια γαλαρία ή δεν πάθαιναν ασφυξία από διαρροές αερίων, καιροφυλακτούσε πάντα κάποια επιδημία να τους στείλει άγουρους στον άλλο κόσμο. Και ήταν Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί και λευκοί. Ούτε μαύροι δούλοι των φυτειών ούτε αιχμάλωτοι από τις μακρινές αποικίες.

Children working on bobbins in London, Paddy and his companions, from 'Le Musée des Familles', 1848 (engraving)

Γιατί άραγε αυτή η αναλγησία; Μήπως οφείλεται στην απανθρωπιά και την ανηθικότητα των καπιταλιστών του 19ου αιώνα; Όχι, φίλοι μου κι ας πάψουμε πια να βαυκαλιζόμαστε αναζητώντας καλούς λύκους και ευγενικές λεοπαρδάλεις στο δάσος. Τέτοια ζώα δεν υπάρχουν κι από μια άποψη καλά κάνουν και δεν υπάρχουν. Στο σύστημα αναζητήστε το «τις πταίει». Στον ίδιο τον καπιταλισμό που είτε ως οικονομικός φιλελευθερισμός είτε σαν κεϊνσιανή ουτοπία εξαναγκάζει τον κάτοχο των μέσων παραγωγής να αναζητήσει μεγαλύτερο κέρδος… κι ακόμα μεγαλύτερο για να μπορέσει να συναγωνιστεί τους ανταγωνιστές του, να μπορέσει να κάνει πιο παραγωγικούς τους εργάτες και τις μηχανές του ξεζουμίζοντας τους στην ουσία. Έτσι στο βωμό του υψηλού κέρδους θυσιάζεται και ο εργατικός μισθός με αποτέλεσμα όλη αυτή την ανθρώπινη αθλιότητα και δυστυχία. Ο καλός καπιταλιστής είναι ένα πρόσωπο τραγικό σαν τον «καλό πολίτη Κέιν» του Όρσον Γουέλς, όπως ήταν στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα ο άγγλος ιδιοκτήτης ενός κολοσσού κλωστηρίου-υφαντουργίου Ρόμπερτ Όουεν που δημιούργησε μία εργοστασιακή κοινότητα με καλοπληρωμένους εργάτες, απαγόρευσε στο εργοστάσιο την παιδική εργασία μέχρι δέκα χρονών και έχτισε για το προσωπικό του ανθρώπινες και υγιεινές κατοικίες.
Αποτέλεσμα: Το σύστημα τον έφαγε. Οι υπόλοιποι καπιταλιστές κλωστηρίων βάμβακος και η βρετανική κυβέρνηση τον οδήγησαν αργά αλλά σταθερά στην οικονομική καταστροφή.
Γι αυτό λοιπόν θα συμφωνήσω πλήρως με το στίχο του Γιάννη του Νεγρεπόντη:

«Ο εργοδότης σου γι άνθρωπο αν σε πάρει,

το σύστημα τον ίδιο αυτόν κάποτε θα φουντάρει».

Το σύστημα λοιπόν είναι τα πάντα. Ποιος έχει την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και για ποιον παράγουν αυτά τα μέσα. Τι καλύπτουν: Την ακόρεστη πείνα του κεφαλαίου για όλο και πιο πολλά κέρδη ή τις ανάγκες του λαού, της κοινωνίας και μιας ανθρωποκεντρικής πολιτείας που ονειρευόμαστε σαν μια πιθανή κληρονομιά των παιδιών μας; Κι αν χωρίς τη δική μας παρέμβαση ο καπιταλισμός νομοτελειακά κλείνει σαν δόκανο γύρω από τα φτηνά μεροκάματα και την οικονομική αθλιότητα αυτών που παράγουν τον πλούτο, τι γίνεται όταν διέρχεται σαν ταλαντευόμενο σώμα από τις περιόδους της κρίσης του; Αλήθεια δεν είναι πως η κατώτερη τάξη πληρώνει πάντα αυτές τις κρίσεις υποχωρώντας βήμα-βήμα από κατακτήσεις αιώνων, όπως το οχτάωρο και οι συλλογικές συμβάσεις ενώ οι καπιταλιστές και τα τσιράκια τους είτε σαν παραγωγοί είτε σαν μέτοχοι χρηματοπιστωτικών οργανισμών βρίσκουν τρόπο να κερδίζουν ακόμα περισσότερα μέσα στο κοινωνικό χάος που δημιουργούν με άθλιους μισθούς, με το ζύγιασμα της εργατικής δύναμης σαν το αθλιότερο εμπόρευμα; Αλήθεια δεν είναι πως με τους ιμπεριαλιστικούς τους πολέμους, που γίνονται για ψύλλου πήδημα, αναπληρώνουν τους πόρους, τις πρώτες ύλες και το κεφάλαιο που κατέστρεψε η κρίση καταληστεύοντας ολόκληρα έθνη και ανοίγοντας νέες αγορές, σωστό πλιάτσικο  με ανθρωποσφαγές και προσφυγιά; Και πώς είναι δυνατόν όλα αυτά να τα ισορροπήσουν μέσα από μια νέα ανάπτυξη όταν θα χουν πια το ελάφι που έπιασαν με την κρίση γδαρμένο και αλατισμένο στα πόδια τους; Μήπως η ανάπτυξη της βιομηχανικής επανάστασης έφερε τίποτε καλό για τους πληβείους των βιομηχανικών περιοχών; Περισσότερα δεινά συσσώρευσε απ’ όλους μαζί τους βασιλιάδες και τους ευγενείς του  προηγούμενου οικονομικού «statusquo».

Τι ζητάει, λοιπόν, ο καπιταλισμός σήμερα: Αυτό που δεν μπόρεσε να πετύχει στις προηγούμενες κρίσεις, αλλά ούτε και σαν τελικό αποτέλεσμα τον αιώνα της βιομηχανικής επανάστασης. Τον πλήρη και απόλυτο εξανδραποδισμό της εργατικής τάξης, την εξαφάνιση της μεσαίας τάξης και των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων. Ζητάει μέσα από τις μυστικές λέσχες τύπου BILDERBERG να εφαρμόσει τον πιο ασύδοτο οικονομικό φιλελευθερισμό που γνώρισε ο κόσμος. Μην παρασύρεσθε από την ωραία λέξη «φιλελευθερισμός». Είναι απλά η κουρτίνα για να κρύψουν ένα καθεστώς  ως τελική μορφή  με απόλυτη εξουσία, χωρίς κρατικές ή άλλες παρεμβάσεις, με συνδικάτα και ομοσπονδίες σφραγίδες, με ατομικές συμβάσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών που θα διασφαλίζουν το πλήρες ξεπούλημα των ανθρωπίνων ικανοτήτων. Είναι ο φεουδαλικός καπιταλισμός που ονειρεύονται οι Μίδες αυτού του κόσμου, η περιβόητη «Νέα Τάξη Πραγμάτων» και δυστυχώς σήμερα είναι σε θέση να το κάνουν. Δεν μπορούσαν το 19ο αιώνα με την πλημμύρα των απελευθερωτικών κινημάτων, με την ελπίδα που έδωσε στον κόσμο η Κομμούνα του Παρισιού, η Πρώτη Διεθνής και η γένεση της θεωρίας του Επιστημονικού Σοσιαλισμού. Είκοσι χιλιάδες κομμουνάρους εκτέλεσαν, αλλά πως μπορούσαν να εκτελέσουν την Ελπίδα των ευρωπαϊκών λαών για μια καλύτερη κοινωνία; Δεν μπορούσαν τον 20ο αιώνα, τον αιώνα της γενιάς της δικής μας και των πατέρων μας καθώς ο πολιτικός και ταξικός τους αντίπαλος είχε αποκτήσει κράτος και ισχύ σε μια σειρά χώρες, στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», που παρ’ όλα τα λάθη και τις αδυναμίες του απετέλεσε ένα πανύψηλο ανάχωμα στα μοχθηρά τους σχέδια. Τώρα μπορούν να ολοκληρώσουν, να απολυτοποιήσουν το σύστημα… τώρα το κάνουν. Δεκαετίες ολόκληρες το παγκόσμιο καπιταλιστικό Lobbyπροετοιμαζότανε για τις μέρες που δυστυχώς αρχίζουν να ξημερώνουν και στην άκρη τούτη της γηραιάς ηπείρου.
Από πλευράς προθέσεων τι άλλαξε αλήθεια; Μετά το παραμυθάκι του Άνταμ Σμιθ ότι ο εργάτης εισπράττει ένα μέρος του κέρδους, ήρθε η ωμή ομολογία δια στόματος του άγγλου τραπεζίτη DavidRicardoτο 1817:
«Ο μισθός του εργάτη δεν πρέπει να είναι ανάλογος της ανταλλακτικής αξίας του προϊόντος, Ο εργάτης πρέπει να αμείβεται τόσο όσο του αρκεί για να διατηρείται στη ζωή. Το κέρδος από το παραγόμενο προϊόν ανήκει ολόκληρο στον κάτοχο του κεφαλαίου».(Από το έργο του «Αρχές της Πολιτικής Οικονομίας)

Και το 1830 το μέλος του αγγλικού κοινοβουλίου Μ. Τζίντυ εσήμανε το καμπανάκι του κινδύνου για το τι θα γίνει αν τυχόν και μορφωθεί η φτωχολογιά: «Η μόρφωση θα μάθαινε στους φτωχούς να μισούν την κοινωνική τους υπόσταση με αποτέλεσμα να μη γίνονται καλοί υπηρέτες, αγρότες και εργάτες. Η μόρφωση αντί για υποταγμένους θα τους καθιστούσε μαχητικούς, ανυπάκουους και θα τους επέτρεπε να διαβάζουν ανατρεπτικά φύλλα και άλλα επικίνδυνα για το καθεστώς βιβλία». (Κουζινσκί: «Οι ρίζες της εργατικής τάξης»).

 Πιστεύει κανείς ότι οι σημερινοί ταγοί του συστήματος έχουν διαφορετικές απόψεις; Κι αν δεν είναι σε θέση να διώξουνε τους μικρούς παρίες από τα δημόσια σχολεία, δυστυχώς είναι σε θέση αυτά τα σχολεία να τα υποβαθμίσουνε τόσο, ώστε να κόψουνε άπαξ δια παντός τη ροή της γνώσης από τα παιδιά των εργατών. Μήπως αυτό δεν έχει αρχίσει να γίνεται σήμερα;
Ποιος θα τους σταματήσει; Πού είναι η Ελπίδα, άραγε. Ντρέπομαι και να το πω. Έχουμε καταντήσει ένας λαός που μπορεί να υποφέρει αγόγγυστα  τα πάνδεινα, γιατί φοβάται, τρέμει τις αλλαγές. Ένας λαός που δίνει ψήφο στους ναζιστές, που βάζει μπροστά τους νταβατζήδες για να τον προστατέψουν τάχα απ’ τους πολιτικούς απατεώνες, δεχόμενος έτσι να είναι και ληστεμένος και εκπορνευμένος.
Μια Ελλάδα, θεσσαλικός κάμπος του 1900. Περνάει μπροστά μας ο κοτζάμπασης σαν αστός πολιτικός με τους φασίστες μπράβους του κι εμείς τον χαιρετάμε με τούτα τα λόγια: Γεια σου αφέντη. Σπέρνουμε, θερίζουμε, αλωνίζουμε, αλέθουμε, ζυμώνουμε, φουρνίζουμε… αλλά ευτυχώς που είσαι κι εσύ και μας δίνεις  μια μπουκιά ψωμί.
Μην ψηφίσεις λοιπόν μικρόψυχε και δειλέ Έλληνα δούλε τον αφέντη. Ψήφισε τους μπράβους του, αν θες να τον εκδικηθείς! Και θα του κάνεις τα μούτρα κρέας, που έλεγαν οι πατεράδες μας! Αυτή είναι η λογική μας. Σε λίγα χρόνια θ’ ανέβουμε στα δέντρα, αφού επιλέξαμε μόνοι μας να είμαστε ζώα και όχι άνθρωποι. Άνθρωποι που εκτός από τη λογική διαθέτουν καρδιά και τσαγανό ν’ αντιπαλέψουν τον ταξικό και κοινωνικό τους εχθρό. Αλήθεια πως τους ταιριάζει ο στίχος από το Φωτεινό του Βαλαωρίτη: «Ο δούλος, είν’ αλήθεια, λίπος ποτάζει μοναχά. Ψυχή κι αίμα δεν έχει».
Μας χτυπάει η Νέα Τάξη την πόρτα και τούτος ο λαός ζητάει από τους κοινωνικούς αγωνιστές του να του δείξουν πάρκα και πλατείες για να ακολουθήσουν το δρόμο που εκείνοι χαράζουν. Ζητάει εχέγγυα και ιστορικά παραδείγματα για να βγει από τις αλυσίδες που του φόρεσε διπλές και τριπλές ο ευρωπαϊκός ιμπεριαλισμός. Λες και μπορούμε να ταξιδέψουμε στο μέλλον και να δούμε τι θα συμβεί αν κάνουμε αυτό ή το άλλο. Διαβεβαιώσεις και σιγουράντζες γύρευαν και οι λιγόψυχοι προεστοί και κληρικοί από εκείνους τους φλογερούς αποστόλους της Φιλικής Εταιρείας που ετοίμαζαν την νεκρανάσταση του Γένους μας.

Τις ίδιες διαβεβαιώσεις, τα ίδια εχέγγυα μπορούν να δώσουν και οι τίμιοι αγωνιστές των δικών μας καιρών μέσα από μια μεγάλη αλήθεια που έγραψε ένας μεγάλος παραμυθάς: «Δεν υπάρχουν μονοπάτια εκεί που δεν έχει ακόμα περπατήσει κανείς». (Χανς Κρίστιαν Άντερσεν).

369695_1644010330_1945669700_q

                                                                  ΜΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ