Ήταν κάποτε … Η μάνα!

Της Έλλης Καββαδά

{Αναδημοσίευση από το πρωτότυπο καταπληκτικό άρθρο της Έλλης από το 2013 και κατόπιν επιθυμίας αναγνωστών αναδημοσιεύται σήμερα λόγω της γιορτής της Μητέρας}

Το κοριτσάκι μεγάλωσε παντρεύτηκε κι έγινε μάνα…

Από την πρώτη στιγμή της εγκυμοσύνης πριν ακόμα και   από το πρώτο του σκίρτημα το σύμπαν μάζεψε όλα τα αστέρια του και τα απίθωσε στην καρδιά της ,την γέμισε αγάπη αιώνια αγνή και ανεξίτηλη.

Όλες οι θάλασσες τράβηξαν τους αέρηδες τους και της έδωσαν δύναμη, αντοχή και λήθη

Κι όλα τα χρώματα της γης ανακατεύτηκαν και της άνοιξαν μια τεράστια αγκαλιά που ποτέ πια δεν θα ξανάκλεινε.

Κι ήτανε έτοιμη για μάνα.

8

 

Το μωρό γεννήθηκε κι εκείνη έδωσε τα πάντα σε αυτό. Αγάπη αυτοθυσία ψυχή χρόνο , κι ότι άλλο είχε. Κι ότι δεν είχε , ήταν έτοιμη να το βρει.

Απόλυτη ανάγκη η παρουσία της δίπλα στο μωρό που δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτή.

Απόλυτο και το δόσιμο, αφού τα πάντα είχανε μπει σε δεύτερη μοίρα για εκείνη.

Ο ύπνος που έλειπε , η αγωνία στις αδιαθεσίες, ο χρόνος που δεν υπήρχε καθόλου για την ίδια…όλα έμπαιναν σε δεύτερη μοίρα μόλις το χεράκι του ακουμπούσε στο γυμνό στήθος, όταν το βλέμμα του συναντούσε το δικό της κι όταν το γέλιο του άρχισε να ζωγραφίζεται συνειδητά.

Και το μυαλό που έμενε πίσω στο σπίτι την ώρα της δουλειάς, ένα μόνο πράγμα είχε για σκέψη…

 

11

Έφαγε; Κοιμήθηκε; Είναι καλά;;;;

Και το μωρό μεγάλωνε…Κι έπαιρνε αγάπη και δύναμη από την παρουσία της στα πρώτα βήματα στις πρώτες λέξεις στα πρώτα χτυπήματα.

Στο μπάνιο στο μπουσούλημα  στον πυρετό…

Εκείνη ήταν πάντα εκεί… έπαιρνε με ένα φιλί τον πόνο,  με ένα χάδι έδινε δύναμη στα βήματα που γίνονταν όλο και πιο σταθερά, και με ένα χαμόγελο οι συλλαβές γίνονταν λέξεις.

Δεν ήταν η πρώτη λέξη μαμά αλλά τι πείραζε, θα περιμένει..

Κι ή απόλυτη ευτυχία στο άκουσμά της σαν όλα τα καλά του κόσμου , σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή καλύτερο.

-«Μαμά»…

_Ψυχή μου….

Και το εννοούσε…

Κι οι επιθυμίες, στην αρχή  με λέξεις μπερδεμένες κωδικοποιημένες σχεδόν πριν προλάβουν να βγούν από τα χείλη είχαν εκπληρωθεί. Γιατί εκείνη ήξερε μόνο …

9

 

Και το μωρό μεγάλωνε

Κι ήρθε το σχολείο το παιχνίδι έξω στο δρόμο, το διάβασμα…

Πάλι εκεί…

Έγινε η δασκάλα του. Το χέρι της αγκάλιαζε τα μικρά του δαχτυλάκια που κρατούσαν αδέξια το μολύβι και το οδηγούσε στη γραφή.

Το μπλε τετράδιο με τις γραμμούλες και τα κουτάκια συμπλήρωναν γράμματα που με την καθοδήγησή της γίνονταν λέξεις φράσεις  προτασούλες.

Και πώς να εξηγήσει ότι κ και α κάνει κα!

Με ένα μαγικό τρόπο όμως τα κατάφερνε. Τι κι αν δεν είχε σπουδάσει, κι αν δεν ήξερε καλά μαθηματικά…τα δάχτυλα της  δίπλα στα δικά του έφταναν τα 20 και έκανε πράξεις.

Και ήταν πάντα εκεί…Και στα διαλλείματα και στα σπρωξίματα στους πρώτους καυγάδες του προαύλιου πάντα εκεί κι από μακρυά.

Γιατί δεν το άφησε ποτέ να νοιώσει μόνο του ακόμα και αν δεν ήταν μπροστά του. Ηξερε πώς όταν γυρίσει στο σπίτι η αγκαλιά της θα τα έσβηνε όλα.

Κι αρκούσε μια λέξη της κι ένα φιλί να νοιώσει ασφαλής και δυνατός.

Και το παιδί μεγάλωνε

Πέρναγε τάξεις και μεγάλωνε.

Εκείνη συνέχιζε να είναι το βιβλίο που έδινε τη γνώση του, η σβήστρα που έσβηνε τα λάθη του το λεξικό της ξένης  γλώσσας και το αριθμητήριό του.

Κι ύστερα μαζί με το Γυμνάσιο ήρθε κι η εφηβεία.

Τότε έγινε το ξυπνητήρι του, ο διαιτολόγος ο ψυχολόγος ο εξομολογητής και ο γιατρός του.Ο τοίχος που χτύπαγε δυνατά τη γροθιά να ημερέψει τα νεύρα του γιατί όλα του έφταιγαν. Όλα τον πείραζαν όλα πήγαιναν στραβά.

Η υπομονή η αντοχή και το χαμόγελο σε εκείνη τη φάση της ζωής του τη συνόδευαν τα ατέλειωτα βράδια που ξενύχταγε να ακούει τα παράπονα, να κρατάει το βιβλίο για τις εξετάσεις η να δέχεται  το χτύπημα της πόρτας που έκλεινε με δύναμη την κατάμουτρα .μα εκείνη ξέχναγε….

Και οι χαμένοι έρωτες , η αλλαγή στο σώμα και στο πρόσωπο που αγρίευε μέχρι να γίνει ώριμο, τα ψέματα που έπρεπε να πεί χωρίς εκείνο να το καταλάβει, και τα πρώτα ξενύχτια με τους φίλους που, πότε ήταν κολλητοί πότε τον πρόδιδαν.

Εκείνη άυπνη μέχρι να γυρίσει από τη βόλτα να ακούσει το τρίξιμο του κρεβατιού το βήχα την ανάσα του στο σπίτι.

Τα πιάτα σκεπασμένα στο τραπέζι, να φάει καλά πριν κοιμηθεί πριν πέσει, κι έπειτα κρυφά κρυφά έμπαινε στο δωμάτιο να του τυλίξει τα σκεπάσματα να μην κρυώσει.

Πολλές οι  κρύες νύχτες που μπαινόβγαινε γιατί έκανε ύπνο ανήσυχο και ξεσκεπάζονταν.

Και τότε το μαμά έγινε μάνα…   «άσε μας ρε μάνα» …

Εκείνη ήταν πάντα εκεί..

88

 

Η αγκαλιά της   ανοιχτή έτοιμη να πάρει το θυμό, και να τυλίξει μέσα της με ασφάλεια τον φόβο, την απογοήτευση .

Τι κιαν τη χρειάζονταν λιγότερο,  τι κι αν ντρέπονταν εκείνο να κλειστεί μέσα της όπως όταν ήταν παιδί…  εκείνη ήταν πάντα ορθάνοιχτη κι ας έμενε άδεια πολλές φορές.Τι κι αν είχε πολύ καιρό να νοιώσει το πολύτιμο φιλί του στο μάγουλό της…

Και ποτέ μπροστά σε φίλους φίλες ή γνωστούς.

Έδινε μαζί του εξετάσεις, πέρναγε ξανά την εφηβεία χαίρονταν και λυπόντανε μαζί και ξενυχτούσε μαγείρευε φρόντιζε και ξέχναγε… και άντεχε και ανησυχούσε…

Εφαγε; Κοιμήθηκε; Είναι καλά;

Και το παιδί μεγάλωνε…

 Τέλειωσε το λύκειο. Ενήλικας πια δεκαοχτώ και φοιτητής

Η ανάγκη του λιγόστευε,  η παρουσία της όλο και περίσσευε κι η αγκαλιά της όλο και ορφάνευε. Κοτσαμ άντράκι…αγκαλιές;

. Εκείνο ήθελε μόνο να φύγει κι αυτό τον έκανε χαρούμενο. Έπρεπε να φύγει κι αυτό την τρέλαινε. Δεν είχε σημασία τι ήθελε εκείνη, ούτε τι ονειρεύτηκε γι αυτόν. Καμιά φορά ακουμπούσε τα δικά της ανεκπλήρωτα όνειρα πάνω του μα εκείνο τα τίναζε αμέσως και φόρτωνε τα δικά του .

Δεν είχε σημασία αν θα τα πραγματοποιούσε, δουλειά της ήταν να του ανοίξει τον δρόμο να τα κυνηγήσει, να του δώσει φτερά για να πετάξει να του ανοίξει πανιά να ταξιδέψει, και τούτο έκανε.

Στα λόγια της ο φόβος δεν μετρούσε στα χέρια της το τρέμουλο κρύβονταν και τα δάκρυα του πρώτου αποχωρισμού κύλησαν ποτάμι στο ξεπροβόδισμα.

Η βαλίτσα ασήκωτη…και τι δεν τουχε βάλει….

Κι έμεινε εκεί ώσπου το πλοίο χάθηκε…Δεν σκούπισε το μάγουλο κι ας ήτανε βρεγμένο από το κλάμα. Ήθελε να κρατήσει εκείνο το φιλί για πάντα.. Κανένα άλλο φιλί δεν θα ήταν σαν αυτό.

Το σπίτι άδειο και όλα έδειχναν την απουσία…Η θέση στο τραπέζι, τα άδεια συρτάρια στην ντουλάπα η σιωπή…το άστρωτο κρεβάτι με το μπερδεμένο μαξιλάρι στα σεντόνια…έκανε μέρες να μπεί στο δωμάτιο να αλλάξει τα σεντόνια…εκείνα τα σεντόνια που κράταγαν ακόμα το άρωμά του.

Ευτυχώς που υπήρχαν τα τηλέφωνα τα κινητά τα σταθερά που από θαύμα δεν έπαιρναν φωτιά κάθε φορά που άκουε τη φωνή του.

Κι από εκείνη τη φωνή μάντευε τα πάντα. Τη λύπη, τη χαρά την κούραση τον φόβο.

Ξεκόλλησε κομμάτι της καρδιάς της και το έστειλε μαζί του. Χωρίς εκείνο να το ξέρει, χωρίς να το καταλάβει καν. Κι όμως ήταν πάντα δίπλα του…

Έφαγε; Κοιμήθηκε; Είναι καλά;

Και το παιδί μεγάλωνε….

Οι επόμενες φυγές ήταν πιο εύκολες …συνήθισε πια το πήγαινε έλα. Η βαλίτσα έπαιρνε μόνο τα απαραίτητα και τα τηλεφωνήματα της κρατούσαν λιγότερο. Εκείνο έπαιρνε μόνο όταν τελειώναν τα λεφτά. Και να ήθελε συχνότερα δεν την προλάβαινε ποτέ….Μάντευε, τα πάντα μάντευε…

Κι η ανάγκη του λιγόστευε κι η απουσία της συνήθεια  αφού σιγά σιγά γέμιζε με πράγματα άλλα η ζωή του….

Στρατό δουλειά οικογένεια και άντρας πια έφτιαξε το δικό του σπίτι  έκανε τα δικά του παιδιά.

Κι εκείνη πάντα εκεί.

Ποτέ δεν πήρε πίσω το κομμάτι της ψυχής της.

Ούτε την ώρα που τον έντυσε φαντάρο, ούτε και τότε που τον έντυσε γαμπρό.

Ούτε και όταν έκανε εγγόνι που φυσικά ήταν ολόιδιο εκείνος.

Κι ο νούς ακόμα εκεί…

Έφαγε; Κοιμήθηκε; Είναι καλά;

Κι η ανάγκη του λιγόστεψε κι η παρουσία της περίσσεψε….

Τα χρόνια έφευγαν…

55

 

Κι η μάνα μεγάλωσε

Ανημπόρεψε…

Οι όροι άλλαξαν, η μοναξιά της μεγάλωσε και το πήγαινε έλα αραίωσε. Δουλειές υποχρεώσεις, διακοπές αλλού…δεν θέλει και η νύφη….

Σιγά σιγά τα χέρια της έχαναν τη δύναμη και δεν άνοιγαν πολύ, τα χείλια δεν μπορούσαν να φιλήσουν . Ηθελε αλλά δεν μπορούσε.

Τα μάτια της έχαναν τα νούμερα που φαίνονταν θολά στο πληκτρολόγιο του τηλεφώνου.

Τώρα περίμενε από εκείνον να την πάρει τηλέφωνο, όταν μπορούσε, όταν άδειαζε, μια φορά σχεδόν τη βδομάδα.

Η φωνή της χαμήλωνε και τα λόγια λιγόστευαν.

Ο γιατρός της ο ψυχολόγος ο οδηγός της ο τοίχος τώρα θα ήταν εκείνος.

Και η μάνα μεγάλωνε   κι ο βράχος λύγισε, κι έγινε βάρος –το ένοιωθε, το ήξερε- το έβλεπε. Το άκουγε στον απότομο ήχο της φωνής του.

Στα λιγοστά τηλέφωνα στην βαλίτσα που ερχόνταν όλο και αδειανότερη.

Πώς και πώς περίμενε τα καλοκαίρια τις γιορτές τις διακοπές των εγγονιών.

Και το κομπόδεμα σφηχτά δεμένο για το μπαναμά το χαρτζιλίκι το βοήθειο των παιδιών.

Μα κι έτσι ακόμα η αγωνία της δεν έφευγε και η σκέψη της ακόμα εκεί …

Έφαγε; Κοιμήθηκε; Είναι καλά;

Δεν είχε παράπονο…μα που και που την έπιανε η μοναξιά, ήταν κι η ανημπόρια…

 

Δίκιο είχε το παιδί. Παράξενη γριά κατάντησε που θέλει ντάντεμα, παρέα και αγάπες. Λες και δεν έχει άλλες δουλειές….

Και τι της λείπει; Γυναίκα της έχει. Την πλένει τη φροντίζει της διαβάζει….

Τίποτα δεν της λείπει…

Κι ότι της έλειπε ήταν μαζί του. Του τάχε όλα δώσει απλόχερα, αγόγγυστα αγύριστα.

Η αγκαλιά η αγάπη η ψυχή της….

Μα στο μυαλό ακόμα η σκέψη καρφωμένη και στη ψυχή το φευγάτο κομμάτι εκεί, για πάντα εκεί …κοντά του

Εφαγε; Κοιμήθηκε; Είναι καλά;

Και η ανάγκη του τελείωσε όπως κι η παρουσία της…

Κι η αγάπη του μειώθηκε σταδιακά σαν την ανάγκη .

Κουράστηκε τα τελευταία χρόνια με την έννοια τη σκέψη το γεροκομιό…Πολλά και τα έξοδα-γυναίκα φάρμακα γιατροί-μικρή και η σύνταξη της… κι εκείνος τάχτηκε να φύγει να ησυχάσει να αναπαυτεί.

Κι η ίδια ήθελε να αναπαυτεί. Να μη ταλαιπωρείται άλλο το παιδί της … να μην τη βαρεθεί…έτσι κι αλλιώς  δεν την είχε άλλο ανάγκη…του τάχε δώσει όλα.

Ζωή καρδιά ψυχή της…

Κι ενώ η ψυχή της έφευγε μια μόνο εικόνα είδανε τα μάτια της, εκείνου!

Κι ενώ η καρδιά της έσπαγε ένα χτύπο άφησε ακόμα για εκείνον..

Κι ενώ η αγκαλιά της μούδιαζε μάζεψε την τελευταία της δύναμη στο χέρι κι έσφιξε το δικό του.

Κι ενώ τα χείλη έκλειναν πρόλαβε να ψελλίσει…<< παιδί μου, ζωή μου ,ψυχή μου >> κι έδωσε την ευχή της….

Κι ενώ ο νούς ταξίδευε μια σκέψη μόνο…

Θα τρώει; Θα κοιμάται; Θα είναι καλά;

Και τότε για πρώτη φορά εκείνος ένοιωσε μόνος, άδειος απροστάτευτος.

Έχασε κάτι που  δεν κατάλαβε ότι είχε, ίσως γιατί ποτέ του δεν περίμενε ετούτη τη στιγμή .Γιατί ήταν πάντα εκεί…

Τότε κατάλαβε ότι κι ένα κομμάτι της δικής του ψυχής έφευγε για πάντα.

Μετάνιωσε για εκείνες τις φορές που φώναξε που έκλεισε απότομα το τηλέφωνο που τόπαιζε αντράκι και αρνιόντανε μπροστά στους άλλους την ύπαρξη τη βοήθεια την προστασία της.

Που ξέχναγε να της πει χρόνια πολλά…Για τα φιλιά που δεν της έδινε τα  σ’ αγαπώ που δεν της είπε….γιατί πίστευε ότι δεν τάχε ανάγκη ή γιατί αυτά ήτανε κουβέντες για ευαίσθητους ακόμα και γιατί νόμιζε πως μόνο εκείνη έπρεπε να δίνει αγάπη κι εκείνος να την δέχεται.

Κι ήταν αργά να της τα πει….έκλεισε ο κύκλος….

Ο κύκλος που κάνει η ζωή και μας κυκλώνει που από παιδιά ξαφνικά μας μεγαλώνει .

Κομμάτι του κύκλου που παίρνει σειρά στην αγάπη στη θυσία στη δύναμη.

Στις λέξεις που δεν κοστίζουν τίποτα  στις πράξεις που γεμίζουν χαρά, στο χάδι που είναι πολύτιμο και στο φιλί που κρατάει για πάντα…..

Σε όλες τις μάνες του κόσμου…..