Τα λέμε. Τα ξέρουμε; -Νο 2

Μίλησα στο πρώτο σχετικό ποστ για λέξεις που χρησιμοποιούμε στην Μεγανησιώτικη ντοπιολαλιά και πολλοί (τουλάχιστον νεώτεροι) δεν τις γνωρίζουν, γι’ αυτό και τις εξήγησα… παραστατικά. Με πήραν κάμποσα τηλέφωνα να μου επισημάνουν κι άλλες λέξεις ή φράσεις που θα άξιζαν να αναφερθούν, οπότε επιστρέφουμε δριμύτεροι.

Σπερνά

sperna1

Τοπικό έδεσμα, εν είδει γιορτινού ή νυφιάτικου γλυκού. Φτιάχνεται από στάρι, σταφίδες, αμύγδαλα, ρόδι, ζαχαράτα (ζαχαρωτά) κ.ά. Παρακαλώ πολύ να μην συγχέεται με τα κόλυβα, αυτά δεν έχουν ρόιδο αν μη τι άλλο.

Σπαέτο/ Μακαροτσίνι

200422442-001

kofto-makaronaki-me-xtapodi

Κλασικά πιάτα με ζυμαρικά. Το πρώτο είναι φυσικά το σπαγγέτι, το δεύτερο το κοφτό μακαρονάκι. Κοπιάστε.

Πινιάτα

berger5

Το ορειχάλκινο δοχείο για την μεταφορά του νερού που βλέπετε στην εικόνα. Το τυλιγμένο κυλινδρικά πανί που διακρίνεται, μπαίνει στο κεφάλι για να υποστηρίζει και να κατανέμει το βάρος.

Καπάσα

7

Πήλινο ευρύχωρο αγγείο για την φύλαξη υγρών (νερό, λάδι κτλ). Το πόσο δροσερό κρατούσε το νερό τα καλοκαίρια, τότενες που δεν είχαμε ψυγεία (και να είχαμε, τι θα τα κάναμε δίχως ηλεκτρικό ρεύμα;), είναι πραγματικά απίστευτο. Τώρα πια έχουν γίνει όλες γλάστρες.

Μαντραούρα

P7130346

Το μανιτάρι φυσικά. Προφανώς πρόκειται για παραφθορά της λέξης μανδραγόρας, λόγω της πικρής γεύσης και της τοξικής δράσης του τελευταίου (ενδόμυχη σύνδεση με φαινόμενα δηλητηρίασης).

Σφουρδακλάς

IMG_4759

Αυτό ακριβώς που βλέπετε στην εικόνα! Θυμάμαι κάποτε, στα μικράτα μου, κυρίως μετά από βροχή, ότι γέμιζε το χωριό από δαύτους. Τώρα πια σπάνια συναντάς κανέναν. Ή που τους έφαγε λάχανο η οικιστική δραστηριότητα, ή που ξανάγιναν όλοι πρίγκηπες.

Θελέσι

kokoras-radiation

Κάτι που έχει αφύσικο μέγεθος και δύναμη, το τεράστιο. Συνήθως χρησιμοποιείται για το ζωϊκό βασίλειο. Για παράδειγμα, αυτό που βλέπετε δεξιά στην φωτογραφία δεν είναι κόκκορας, είναι θελέσι! Εκτός κι αν η Τοσοδούλα ντύθηκε καουμπόης…

Δραγκαμίνα

thrapsano-games-tsourli-mpagkioneta

Παλιό παιδικό παιχνίδι. Με το σύρμα (ή καλύτερα μια βέργα) λυγισμένο στην άκρη, κάναμε ένα τσέρκι (συνήθως ζάντα παλιού ποδηλάτου ή στεφάνι βαρελιού) να τρέχει χίλια μίλια! Μην σας φαίνεται απλό. Το τι τεχνική απαιτείται,  δεν λέγεται.

Κουρνάκλι

corvus-cornix4

Είδος κουρούνας που ενδημεί (τι ενδημεί…μελεούνια, σε κουβεντιάζω!) στο Μεγανήσι. Ειδικά οι Κατωμερίτες χρησιμοποιούν τον όρο και για άλλο λόγο, αλλά δεν τον αναφέρω γιατί είναι σκωπτική εφεύρεση της εποχής που επικρατούσαν οι τοπικισμοί.

Κουφοκαλό(γ)ερος

63473075

Μοιάζει με σκουλήκι, αλλά δεν είναι ακριβώς, αφού έχει πολλά μικρά πόδια. Είναι άκακο και κινείται τρομερά αργά. Όταν νιώθει κίνδυνο κουλουριάζεται και γίνεται μια μικρή μαύρη μπάλα. Συχνή η εμφάνισή του, ιδίως στα παλιά σπίτια, όταν έχει υγρασία.

Ξελέξες

109

Οι ξελέξες δεν έχουν σχέση με γάτες, αλλά είναι αυτό που κάνουν τα γατιά της εικόνας. Είναι δηλαδή οι αψιμαχίες ή λογομαχίες, συνήθως για ψύλλου πήδημα ή ακόμα και άσκοπες και αναιτιολόγητες.

«Με το Φερμέκλο»

φερμεκλο

Η νησίδα Φορμίκουλα (γνωστό στο Μεγανήσι ως Φερμέκλο) βρίσκεται ΝΑ του Μεγανησίου και είναι πασίγνωστη σε όλους τους ψαράδες. Η φράση «είμαι με το Φερμέκλο» είναι (αυτο)σαρκαστική, αφού αναφέρεται στην ηλικία του νησιού, δηλώνει δηλαδή παραδοχή γερασμένου ανθρώπου! Εντάξει, η γενιά μου δεν είναι με το Φερμέκλο, αλλά όλο και κοντεύουμε!

Ξεκατακλειδιάστηκα

a2ab5154befe91a10ec17e8943df2fa4_XL

Αυτή είναι η αγαπημένη μεγανησιώτικη λέξη της γυναίκας μου. Κυριολεκτικά σημαίνει μου έφυγε το κατακλείδι (=κάτω γνάθος). Αυτό μπορεί να συμβεί πχ από μια γροθιά («του έδωκε μία και τον ξεκατακλείδιασε»). Κυρίως όμως αναφέρεται σε αυτόν που χασμουριέται διαρκώς, καλή ώρα ο μπάρμπας στην εικόνα.

Ξεματοχινός/ -ή

fw2ivl

Κανονικά σημαίνει αυτόν που είναι ο πλέον κατάλληλος για μια δουλειά: «είναι ξεματοχινός να σου φκιάσει την μηχανή». Όταν όμως μιλάμε για γυναίκα, για ξεματοχινή, τότε αναφερόμαστε σε θηλυκό π.χ. σαν κι αυτό της φωτογραφίας, που μοιάζει να πληροί όλες τις προϋποθέσεις του εκάστοτε ομιλούντα. Σεξιστικό ακούγεται, ε; Ίσως επειδή είναι.   

Θα επανέλθω φυσικά με π’λιότερα (σσ.=περισσότερα).