Meganisi Times

Χειμώνας…όπως παλιά!

Ο  χειμώνας είναι μια δύσκολη εποχή του χρόνου. Kάθε περιοχή τον ζει και τον αντιμετωπίζει ξεχωριστά και σύμφωνα πάντα με τις συνθήκες που επικρατούν σε αυτή. Στο Μεγανήσι δεν έχουμε ζήσει ακραίους και τόσο δύσκολους χειμώνες όσο αλλού. ‘Ηπιος όπως στις περισσότερες παραθαλλάσιες περιοχές. Ο δικός μας χειμώνας διαφέρει παρόλα αυτά στην περιγραφή, με την ντοπιολαλιά και τον δικό μας ξεχωριστό τρόπο. Όπως τον θυμόμαστε και  όπως ακόμα τον ακούμε  από αυτούς που φεύγουν σιγά σιγά μαζί με τις λέξεις  τον στόμφο και το συναίσθημα από τα βιώματα της γενιάς τους. Από εκείνους που έχουν ζήσει δύσκολους χειμώνες δίχως την πολυτέλεια του καλοριφέρ του ξυλολέβητα και του air-condition, κι από νεότερους όμως που φυλάνε αναμνήσεις από τους παιδικούς τους χειμώνες.

Ας τους κρατήσουμε…  να τους γνωρίσουμε ή να τους θυμηθούμε…

Ο χειμώνας λοιπόν στο Μεγανήσι χρόνο με το χρόνο αλλάζει. Τη μια χρονιά μαλατσερός με πολύ νερό  και ζέστες την  άλλη χρονιά με κρύο και χιονιά  και πολλές φορές με όλους τους καιρούς μαζί.

Παλιότερα ήταν πιο μεγάλος αφού ο τουρισμός δεν είχε δημιουργήσει σαιζόν κι ο ντόπιος πληθυσμός αυξάνονταν μόνο για κάνα μήνα. Πιο σταθερός πιο προβλέψιμος και η κάθε εποχή κράταγε τα δικά της χαρακτηριστικά.

Μάζωνε την οικογένεια που έβγαζε το ψωμί της δουλεύοντας κυρίως έξω από το σπίτι, κάτω από δύσκολες συνθήκες και χωρίς τις σημερινές πολυτέλειες που καλύπτουν κάθε ανάγκη.

Μαθημένοι όμως οι άνθρωποι στα δύσκολα με τρόπο απλό και με χιουμορ έβγαζαν πέρα την κάθε  χειμωνιάτικη τους μέρα.

Παλιά λοιπόν ο χειμώνας είχε άσκημο καιροφόρι, με πολλά δρυμόκολα και στρογάρμπια.

Όταν ο καιρός ήτανε στη δροσά ήτανε όλα μοσκίδι. Αναγλύτσαζε και ξαφούρδαε  ο τόπος. Καταπασινίσανε τα πάντα και στέγνια είχαμε να απολάψουμε μήνες. Χορτάριαζε ως κι η πέτρα κι η δρακοντή  σου πάαινε  ως το γόνα. Παρακαλιόμαστε να βγάλει ένα μάτι ήλιο και να φυσήξει ένα δράμι αέρα να στεγνώσουμε και να πάρουμε τα κεντίσματα μας να βγούμε στο λιακωτό.

Ο μαΐστρος η τρεμουντάνα και ο γρέος είναι οι καιροί που πιάνουν εδώ. Κι άμα ντο πάρει ντο πήρε… μέρες βάσταε  τούτο το καιροφόρι. Και χα μωρέ να τονε μπατάρει… μπααα το βλιασμένο … Άμα δε ξεθυμάνει δε λαπασάρει. Ούτε να βγείς από τη πόρτα σου δε μπόρειγες.

Κλεισμένος μέσα, και με τις απολύτως απαραίτητες εξόδους, σκολιό, μαγαζί καμπινέ που ήταν όξου, άκουγες   να περνάει απ΄τς χαραματιές τς πορτοπούλας το σφυριχτό του αέρα και λούφαζες . Η  θάλασσα  είχε πνίξει  τα προβατάκια και γινόντανε ούλη κάτασπρη σα γάλα.

Με εφτό τον αέρα οι  συγκοινωνίες δεν πάνε στη Λευκάδα… που να βγούνε οι κασελέτες με τέτοια φουρτούνα. Οι τράτες αράζανε κι οι ψαράδες δε ματαβγαίνανε  από τη πόρτα τους. Λυσάζαμε για ψάρι. Το δυνατό φύσησμα σε αλάλιαζε και σου μπαίνανε τσάχαλα στα μάτια. Πολλές φορές τον ένοιωθες να περάει από τα ρούχα σου και να σε μπαλιγάρει ή να σε αμπώνει προς τα πίσω. Και τι αντιστήλι να κρατήσεις μικρό και απασπάλωτο παιδί. Στο σκολειό μας πήγαινε η μάνα μας για να μας βαστάει το κατσούλι στο κεφάλι…εμείς βαστάγαμε τη τσάντα. Στους δρόμους στα συναπαντήματα γινόνταν σχολιασμός των καιρικών συνθηκών  με εκφράσεις όπως:

…πήρε ένα περίδρομο.

…το ξεκεράμωσε (το σπίτι)

xαλάει η σφαίρα του κόσμου

…παίρνει και τ΄αγκωνάρια

…δε βγαίνει άνθρωπος απ τη πόρτα του

…σηκώνει και τς΄πέτρες

…χάλεψε να μας πάρει

…χαλάει ο γλόμπος τς’ γης

…παίρνει και τα θέμελα… που μπαινόβγαιναν  στα παγωμένα στόματα των μεγάλων  και περιέγραφαν απόλυτα την κατάσταση.

Ο λεβάντες τώρα δε καλόπιανε εδώ.

Όταν ο καιρός ήταν στο χιονιά (Βοριάς )  φύσαε  και έκανε πολύ κρύο. Ανάμεσα αμόλαε καμιά ψιχάλα που πάγωνε  όσο να πέσει γινόντανε μπαμπακούλα. Δε χιόνιζε όμως κι αυτό ήταν το μαράζι μας.

Η ατμόσφαιρα πεντακάθαρη  κι όλα με έντονα σκούρα χρώματα. Έχει κατακάτσει η σκόνη κι ο Μπούμπστος  έχει ασπρίσει.  Τα λάχανα στο κήπο μαρμάζανε από το κρύο και  καιγόντανε τα λουλούδια .Το νερό κρυστάλωνε στ λίμπες και στ΄κορίτους και τα ζωντανά δε το αγκίγανε.

Σε αυτές τις συνθήκες και τα μέρη του σωματός σου αντιδρούσαν και

 σε έπιανε αλατριτσάνα

 τρεμοκουκούλιαζες από το κρύο, γύριζε το κατακλείδι σου, και σούχε  παρτεί το κατσαούνι.

 ήσουνα  κρυογάτσουλο , δεν είχεις αίμα μέσα σου και δεν ζεσταινόσουνα με τίποτα! (για αυτούς ήτανε πετσί και κόκαλο)

 το νερό ήταν παταούδι κι ανατρίχιαζες να νυφτείς!

παραβέλαζες από το κρύο που σου περούνιαζε το κόκκαλο

ξυλιάζανε τα χέρια σου και δε τα όριζες…

τα ποδάρια σου ήτανε χιόνι. (σ΄αυτή τη περίπτωση ο σύντροφός σου τραβιέται στην άκρη του κρεβατιού για να μη σμίξουνε με τα ποδάρια του και τονε χιονίσεις).

πάγωνε το χνότο σου και έβγανες αχνό από το στόμα σου…

Είχες ούλη την ώρα κατρουλιό και οι άντρες παθαίνανε  ένα άλλο που ντρέπομαι να το πω…

Λύσεις για όλα τα παραπάνω δίνονταν με τις παρακάτω συμβουλές:

– Πρόσου  να ζεσταθείς…

-Κάτσε στον απόγονο  και κλουπώσου  καλά να μη σε κόψει…

-Βάλε μέσα τα μουσούδια σου να μη σε θερίσει…

-Μη ξεζορκιάζεσε και πάρεις κρύωμα…

-Μη πρεβατάς ξεσκαλτσούνωτος και πάρεις πόντα…

Και για να μη σε κόψει:

1) Ντενόσουνα  καλά.
Οι άντρες με σκούφια  στο κεφάλι, μάλλινη μπλούζα , μακριά σκελέα, μπατατούκο και μάλλινα σκαλτσούνια, και στην εξωτέρα λεπενδύτη πουχανε φέρει απ΄το στρατιωτικό.

Όσοι είχανε παιδιά στη πολιτεία  κι είχανε πάει και παραπέρα ή ήτανε στα καράβια,  φοράγανε πουκάμισο με καζάκα, παντό ή σακάκι , γάντια και  καρωτό  χασκόλ και κλουπωνόντανε ως τα μάτια γιατί από τα μούτρα τόπαιρνες το κρύωμα. Κι από μέσα ξύσαρκα φανελάκι αθλητικό. Εξάπαντος μαντιλάκι στη τσέπη γιατί τα μαγαζά απαγορέψανε το «πτύειν»

Οι γυναίκες θα’ πρεπε  να είναι ευέλικτες στις κινήσεις οπότε το ντύσιμο προσαρμόζονταν ανάλογα.

Χοντρό καλτσόν, μάλλινη ζακέτα καφένια η μαύρη, με πολλές μπλούζες από μέσα για εκείνες που φοράγανε ευρωπαϊκά. Λίγο αργότερα έβαλαν και ζβάγκο, καρκωτό ως το λαιμό.

Μπέρτα μάλλινη (όχι μπαμπακερή), χοντρά σκαλτσούνια χούλα-χούπ ως απάνου, χοντρό αγοραστό μαντίλι για το κεφάλι  για όσες φοράγανε τα χωριάτικα.

Είχανε και χειμωνιάτικο σετι  από φτά.

Στις εξωτερικές δουλειές τους δεν προβλέπονταν κάτι πιο ζεστό γιατί δε βόλειε. Πώς  να μάσει ελιές με το παλτό και να στερεώσει τη ποδολόγα για να φορτώσει το δεμάτι κάτω από τον σκούφο. Πάντως θα βόλευε ένα πλεχτό σκουφί σε σκούρο χρώμα να μη χωρίζει, κάτω από το τσιμπέ…Μάλλον δεν τούχανε σκεφτεί…

Δε βγαίνανε όμως έξω χωρίς  κατσούλι που ήταν απαραίτητο  σε κάθε χειμωνιάτικη  έξοδο. Αυτό μπορεί να ήταν οτιδήποτε. Από  ένα σκουτί του  παιδιού μέχρι και μεγάλη μπόλια τ’αργαλειού. Ότι βρίσκανε μπροστά τους κι έσωνε για να καλύψουνε το κεφάλι και το πρόσωπο.

Μπαρμπουλωμένες ως απάνου –μόνο τα μάτια ξεχωρίζανε- έκοβες το αίμα σου άμα τς έβλεπες νύχτα.

Τα παιδιά  φοράγανε μπουφάμια με κούκο, ζλέ από μέσα και χοντρό καλτσόν οι κοπέλες. Τα χέρια στις τσέπες ως που να φτάσουμε στο σκολιό που εκεί τα χουχουλίζαμε καλά καλά  και τα τρίβαμε κάνα  μισάωρο για να ζεσταθούν  και να πιάσουμε τη λάπη και το στυλό. Αργότερα μας φέρανε γάντια, κι έβαλαν στα σχολεία σόμπες και καλοριφερ.

Μαρτύριο ήτανε το μπάνιο. Ζεσταίναμε νερό στο πετρογκάζι κι είχαμε σε ένα πλαστικό   κρύο. Ρίχναμε μέσα το ζεστό και το κανονίζαμε  ώσπου να φτάσει σε θερμοκρασία κατάλληλη. Παίρναμε κι ένα μπρακάτσι  ή μαστραπά κοντά μας  και πηγαίναμε έξω που ήταν το μπάνιο. Κουβαλάγαμε τις πετσέτες και τα ρούχα μας, κάναμε το σταυρό μας και σιγά σιγά βγάζαμε τα ρούχα. Πρώτα λούσιμο. Ρίχναμε με το μπρακάτσι λίγο λίγο και σκιαχτά σκιαχτά για να μας φτάσει το ζεστό νερό. Ενα χέρι σαπουνάδα κι ίσα ίσα να περαστείς. Μετά έπλενες το σώμα σου.  Πάντα από το ίδιο νερό που είχε μέσα τώρα και σαπουνάδα από τα χέρια σου γιατί όσο λουζόσουνα είχες κλειστα τα μάτια να μη σε τσούζουν και δεν έβλεπες. Γλήγορα γλήγορα τελειώναμε. Βάζαμε τα ρούχα μας επιτόπου ξανακάναμε το σταυρό μας και τρέχαμε στο σπίτι. Τρεμοκουκουλιάζαμε από το κρύο και τρίβαμε το κορμί μας να ζεσταθούμε. Κάθε Κυριακή αυτό το βασανιστήριο. Και το θερμοσίφωνο άργησε να ρτει εδώ…

2) Στρώνανε το σπίτι από άκρη  σ άκρη.

Κατεβαίνανε τα σαϊσματα και τα μάλλινα τάπετα τ ‘ αργαλειού με τις ντάνες και τα τούβλα. Αυτά μπορούσες να τα ενώσεις τρία τρία και να τα κάνεις μεγάλη στρώση. Άμα είχε πλακάκι κάτου το σπίτι και ξαφούρδαε  τα πλακώνανε με το τραπέζι και τη ντιβανοκασέλα.. Η ταινία διπλής όψης  δεν είχε φτάσει ακόμα στο χωριό άσε που δεν θα κόλαε στο μάλλινο. Άμα είχε τσιμέντο γρατζωνόντανε και δεν έφευγε.

Πιθαμή δεν ξέφεε ξέστρωτη για να  μη πατήσεις κάτου  ξυπόλητος χιονιστείς και σε πιάσει η κοιλιά σου. Ούτε οι παντόφλες είχανε φτάσει μέχρι εδώ. Μόνο παντόφολες είχαμε κι αυτές ήταν οι σημερινές μπαλαρίνες.
Υπήρχε πάντα  στρωτσίδι με τραγόμαλο όξου από τη πόρτα για να σφογγάμε τα ποδάρια μας και να μη φέρουμε τη μούτελη μες το σπίτι. Και οι σβεντίνες όμως απ΄το εργοστάσιο ήτανε καλές γι αυτή τη δουλειά.Το καλοκαίρι βάναμε πορτελάκια.

3) Βαριά χοντροσκούτια στο κρεβάτι.

 Μπαλιάτσα πάνω από το στρώμα, φανελένια σεντόνια, μεντανία , κι αουπάνου απλάδι. Και  η πάντα στον τοίχο γιατί το κρεβάτι το βάνανε ν’ ακουμπάει τέρμα στο τοίχο, κι όχι στη μέση της κάμαρης.

Πρόσφεραν ζεστασά, προστασία  κι έναν ύπνο μαρτυρικό. Πάλευες  να τα τραβήξεις πάνω σου γιατί ήτανε ατάραα  κι όπως γύριζες  μεριά φεύγανε και πέφτανε κάτου…και που να βρείς ανάκαρα απάς στον ύπνο σου να κουμαντάρεις τόσο βάρος. Κι εκεί που τάχες καταφέρει κι ήσουνα γλαρωμένος , πάλε κάτου…Κι ούλη νύχτα εφτός ο μπαρδαμάσκος.

Το χειρότερο όμως ήταν  όταν  σόφεε το σεντόνι. Η μεντανία σου μαλλίνιζε το κορμί  κι ήταν λες και σε τσιμπάγανε. Και οι τρίχες από το απλάδι που γκίζανε το πρόσωπό και σε γαργαλάγανε. Ολη νύχτα τράβαες , εξυνόσουνα  ,και φύσαες να φύει η τρίχα από τα μούτρα σου…μάτι δε έκλεινες. Αυτό παθαίναμε και το πρωί που να σκωθείς που πλάαινε η σκωταριά σου. Κι η διαφορά θερμοκρασίας κρεβατιού και δωματίου τεράστια.  Το σήκωμα το έκανες λάου-λάου. Πρώτα ξεμύταε το ποδαρούλι σου , μετά το ένα χέρι και μετά το κεφάλι.

Τελευταίο το υπόλοιπο σώμα  που έβγανε με πόνο τις ζεστές μπιτζάμες με τα κομπιά κι έβανες γρήγορα  τα ρούχα σου, ανάποδα πολλές φορές.

4) Ζεστασά στο σπίτι.

Αναμμένο από το πρωί το μπουχαρί  όχι μόνο για ζεστασά , αλλά και για ψήσιμο και μαγείρεμα. Φωτιά λαμπαρδίκα και η θράκα να ψήσεις γουρούνι.

Οικονομία στο πετρέλαιο και στο ρεύμα αλλά και η καλύτερη παρέα.

Παλιότερα τα τζάκια τα φκιάνανε μέσα στη κουζίνα, και μόνο αυτός ο χώρος είχε ζέστη. Το υπόλοιπο σπίτι Σιβηρία. Έτσι μαζωνόντανε  όλη την οικογένεια γύρω του, ο ένας απά στον άλλονε. Κι ήτανε μεγάλες οι φαμελιές τότενες, βάλε και τους μισαφιραίους…. Γι αυτό το λόγω είχανε πολλά  χαμπλά σκαμνάκια .  Στρώνανε κι ένα μεσάλι στη γωνιά και τρώγανε εκεί. Κατευθείαν τα ψητά από τη σκάρα στο πιάτο. Τι μπαιν μαρί και φούρνοι μικροκυμάτων… όλα απίκου. Εκεί ζεσταινόντανε, εκεί τρώγανε, εκεί καθόντανε ώσπου να πάνε για ύπνο και λέγανε μστούρες, κάνανε προξενειά, τρωγόντανε το κόσμο, λέγανε τα βάσανά τους... Προμάδα  κρασί  ζεσταμένο στη χόβολη και γλυκοπατάτα… Πίτες στη θράκα και ψάρια τηγανητά στο καλατζισμένο  και καταγανωμένο τηγάνι, στα αναμμένα δαυλιά πάνω στη προστιά. Γεύσεις και μυρωδιές  που όποιος τις έχει γευτεί  τις λιγουρεύεται ακόμα. Κι όποιος πήγαινε πρώτος να πέσει ζέσταινε και τη μεριά του αλλουνού.

Τα σπίτια που δεν είχαν τζάκι άναβαν μαγκάλι. Αγοραστό  από το γύφτο ή αυτοσχέδιο από βαρέλι, ζέσταινε τοπικά μόνο το σώμα , όχι το χώρο. Πεσωμένος πάνω του θυμάμαι ο παππούλης μου ούτε το μπατατούκο του δεν έβγανε. Κι ένα μπρίκι με κρασί χωμένο στη χόβολη που ανασγούρλευε συχνά για να φέρει από πάνω τα αναμμένα ακόμα κάρβουνα.

Το μαγκάλι άναβε από νωρίς έξω από το σπίτι. Θυμάμαι την μυρωδιά από το πετρέλαιο ή το τσιγαρόλαδο που πότιζε το στουπί για να ανάψει η φωτιά.

Κι όταν έπεφτε το κάρβουνο το μαγκάλι έμπαινε μέσα. Πόσο να βαστάξει όμως το κάρβουνο αναμμένο!

Αργότερα λίγο κυκλοφόρησε η σόμπα με τα ξύλα. Η μεγάλη είχε και φούρνο για να ψένεις. Σου κάνανε δώρο και το εμαγιέ τεψί.

Όλες οι νοικοκυρές  την αγοράσανε. Σωθήκανε  και καλά από το βάσανο του τζακιού, έγινε και μόδα, και καταργήσανε τα μπουχαριά. Και περάσανε στα μπουριά.

Πλύνανε κι ασπρίσανε τη γωνιά, κρεμάσανε  με ένα σκοινί μια ποδιά μπροστά στρώσανε τα περβάζια   με νταντέλες και κοτσάρανε απάνου μπομπονιέρες και κορνίζες και μικροτσάτζαλα. Να φύει κι η βρώμα μέσα από το σπίτι, να ζεσταθούν και τα δωμάτια… (ε μπρε γιέ μου!!!)

Και βάλαμε ένα μπούμπο μες το σπίτι και δέκα κατάμαυρες σωλήνες να κρέμονται από πάνω σου που καταλήγανε έξω από μια τεράστια τρύπα στον τοίχο που έσκαβες δυο μέρες να βρείς έξοδο. Που να περάσει τη πέτρα!

Κρύβανε μετά την τρύπα με ένα σιδερένιο δαχτυλίδι που έμπαζε όμως τον αέρα και τον έφερνε μέσα καμιά φορά.

Στην εξωτερική σωλήνα κρεμάγανε ένα μπρακάτσι για να μαζώνουνε τα μαύρα ζουμιά που τρέχανε –ακόμα δεν έχω καταλάβει τι ήταν αυτά.

Όταν αυτό γιόμιζε στάζανε κάτου, σουρογκαλιάζανε από το τοίχο και κάνανε τον ασβέστη ελεγνό.

Έβαφε κιόλας και δεν έβγαινε τίποτα.

Άσε που πολλές φορές το τέρας κάπνιζε και μπούχωνε και μαύριζε όλο το σπίτι. Κι η φασαρία να κόψεις τα ξύλα τότσα τότσα για να χωράνε; Γρίτσι γρίτσι με ένα πριόνι…όλη η αυλή πριονίδια που τα΄παιρνε ο αέρας και πηγαίνανε στις ξένες αυλές.

Κι έγρουζε η θειά από δίπλα. που δεν είχε σόμπα  Τς έβανες όμως  κανα φαγάκι στη σόμπα και λάρωνε

Η στάχτη  έπεφτε σε ένα κουτάκι που  όταν γιόμιζε έπεφτε στα στρωτσίδια. Μια πινιάτα πάνω στο μαντεμένιο μάτι με  νερό είχε γίνει κάτασπρη από τα άλατα. Όλο το χειμώνα γέμιζε κι άδειαζε χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της.

Βαραμέντε είχαμε ζεστό νερό αβέρτα. Για νύψιμο για τα πιάτα για τα σκουτιά για το μέρος.

Δίπλα υπήρχε ένα κουτί από Νουνού για τα ξύλα. Χώραε μόνο δαυλιά.

Η σόμπα εφοδίαζε και γειτονικά μαγκάλια. Το κάρβουνο μεταφέρονταν σε σιδερένιο ντενεκέ με χερούλι που τονε’ πιανες με πανί να μη ζεματιστείς στη μεταφορά Ο αέρας έπαιρνε τα θράκια ζωντανά και τα σκόρπαε. Πώς δε βάλαμε καμιά περκαγιά!!!

Δεν ξαναφάγαμε προμάδες, δεν βλέπαμε φλόγα, αλλά το σπίτι ήτανε μέσα φούρνος.Το τέλος του χειμώνα όμως ήθελες μεροκάματα για να ξεκαπνίσεις και να ξεκατελώσεις  το σπίτι.

Στα μαγαζά είχανε μονές.

Όλο το χωριό είχε γιομίσει με μπουριά που κρεμόντανε  και μαύρα ζουμιά που ήτανε θάνατος άμα πάταες απάνου. Μπόρειε να διαβείς κας στη Πεζούλα.

Μετά από κάποια χρόνια πέρασε κι αυτή η μόδα κι ήρθε στο νησί το πρώτο καλοριφέρ λαδιού, ώσπου σήμερα τα πράγματα έχουν φτάσει στα ενεργειακά τζάκια. Να μην ξεχάσω τα παπλώματα με τα πούπουλα χήνας και τις ηλεκτρικές κουβέρτες που επιτέλους έστειλαν στα μουσεία τις μεντανίες και τα απλάδια.

Και  το παλικό  μας τζάκι ξαναγύρισε στη μόδα πήρε  θέση  στο σαλόνι  και επεντύθηκε πολυτελώς….

Όταν έπιανε  Σρόκο-λεβάντες ανεμόβροχο δηλαδή και κράταγε για μέρες, η εικόνα  άλλαζε.  Στο μομέντο αράχνιαζε και αντάριαζε ο τόπος . Άνοιγε ο ουρανός  από τις αστραψές και τα μπουμπουνηταριά τραντάζανε τα σπίτια σα σεισμός. Λαμπάζαμε και τρέχαμε να κρυφτούμε στη κούδα της βαβάς μας.

Κι όταν  μας έπιανε η τρόμπα  στο δρόμο τρέχαμε σαραντάκαπνοι  να βρούμε πότζο να μπούμε απκάτου για να μη γίνουμε λούτσα.

Στο σχολείο κολάγαμε στα τζάμια τα μούτρα μας και τα  χουχουλίζαμε για να τα θολώσουμε.  Μας άρεσε μετά να το καθαρίζουμε με τα χέρια μας η να γράφουμε πάνω στον αχνό και να ζωγραφίζουμε με τα δάχτυλα. και μετά τα σφογγάγαμε αουπάνθενέ μας Χαζεύαμε τη ψιχάλα που έπεφτε και γιόμιζε τις λόμπες. Κι εμείς μετά πατάγαμε μέσα και μπρουτσαφλάγαμε στα νερά. Και μπάζανε τα παπούτσα μας  Κι ύστερα τρώγαμε ξύλο από τη μάνα μας που μας περίμενε με τις τηγανίτες ζεστές στο σπίτι πριν τη φασουλάδα. Αξέχαστες τηγανίτες με ζάχαρη από πάνου.  Σαν τα τηγανοψώματα όταν είχαμε πίτα .Αυτά σήμερα τα λέμε pankeiκs και δίπλες.

Η ψιχάλα χοντρή έπεφτε σα να σου ρίχνανε  μπουρνέλα  με δύναμη στη μπάλα σου, κι η ρονιά στη πλάτη σου και σε χιόνιζε. Κι έφευγε το πετσί σου από την ανατριχίλα  Το βράδυ μες την απόλυτη  ησυχία απολαμβάναμε τον ήχο που έκανε η δυνατή βροχή πέφτοντας με ορμή στο τσιμέντο,  το ξεχείλισμα του τζούρου της στέρνας και το διακοπτόμενο βουητό του αέρα . Το κρότο  από το χαλάζι που έπεφτε στα σκούρα, στα κεραμίδια  και στον ελενίτ κι ήταν σαν κάποιος να πετάει κουντρια και το βρόντο τς αστραπής που έπεφτε κας τα λαγκάδια. Κι εσύ ανακουφισμένος και ασφαλής που οι πέτρες  το νερό και τ’αστροπελέκια δε σε βρίσκουνε μέσα στο σπίτι, στο ζεστό σου κρεβατάκι, δεν χόρταινες να ακούς. Σβουλάδες με νερό και αέρα Τότε η μάνα σου που ερχόντανε να σε σκεπάσει και να σε καληνυχτίσει,σο ‘λεγε να κάμεις τη προσευχή σου για τον πατέρα  σου που’ναι στα καράβια και θαλασσοπνίγεται, για την βαρκούλα του παππούλη που είναι στη θάλασσα  και βολοδέρνεται και τα προβατάκια του άλλου σου του παππούλη που είναι έξω και κρυώνουνε. Και τάκανες εικόνα όλα αυτά και τάκλεινες στο μυαλό σου και τά βλεπες στον ύπνο σου μετά.

Μετά σε σταύρωνε σε φίληγε  σο’λεγε να μη σκιάζεσαι, κι έπεφτε επιτέλους κι εκείνη για ύπνο.

Στους διαλόγους των ανθρώπων εκφράσεις όπως:

…επιασε τρόμπα.

…ρίχνει τρικούμπλο.

…ανοίξανε οι ουρανοί.

…χορτάριασε ως κι η πέτρα.

…εβγαλε τον ασβέστη.

…ηρτα κι άλλαξα.

 …ειμαι μοσκίδι.

…σαποκόλιασε η πλάση και  εμείς σαπίκαμε απ΄ το πολύ νερό.

…κατελώσαμε απ΄τη κλεισούρα  και μας επίνιξε η χούνη.

…ποτίστηκες η γης.

…Εχει μολυμέρι…

…να βγάλει ένα μάτι ήλιο να στεγνώσουμε, περιέγραφαν ακριβώς  συνθήκες  και συνέπειες από  το βροχερό καιροφόρι.

Σε περίπτωση πλημμύρας  τα πράγματα γίνονταν επικίνδυνα Τα περισσότερα σπίτια μπάζανε και το νερό έμπαινε από τη μία πόρτα  κι έβγαινε από την άλλη, ή πέραγε από τις αναμεσάδες στα κεραμίδια κι έσταζε από παντού το νταβάνι. Όλο το σπίτι γιόμιζε αγγειά για να πιάσει τις ρονιές. Την νύχτα πέφτανε τα τελευταία στραγγίσματα αν δεν είχε μολινύχτι, κι άγουγες το βασανιστικό πλουτς-πλατς στα τσίγκινα και πλαστικά γκιγούμια πάνω στον ύπνο σου, μέχρι που το πρωί είχανε χιλίσει. Πολύ αργότερα έμαθα ότι αυτό ήταν το  μαρτύριο της σταγόνας

Το μόνο που σε έσωζε ήτανε άμα ξεπιάσει να φυσήξει για να στεγνώσουνε οι τοίχοι που νοτίζανε και πετάγανε τον ασβέστη.

Το καλό της κατάστασης ήταν ότι γιομίζανε οι στέρνες μπατ και μπατ και δεν είχαμε πρόβλημα νερού. Γι αυτό το λόγο βάζαμε μπρακάτσα, μαστέλους και μπγιέλα στην αυλή και τα γιομίζαμε νερό απί τς ρονιές. Νάχουμε για το καμπινέ,  τα ψάρια τα λάχανα  και τη μπουγάδα.

Και το ντύσιμο σε αυτή τη περίπτωση συμπληρώνεται από την νιτσεράδα για τους ψαράδες , που έχει ποτίσει και με θάλασσα και κατελώνει.

Κατσούλι πάλι για τις γυναίκες, αδιάβροχα για τα παιδιά και γαλότσα  πλαστική για όλους που την έβγανες όξου από το σπίτι γιατί βρώμαγε . Την ξέχναγες και το πρωί ήτανε γιομάτη νερό από τη βροχή.

Συνέχεια του χεριού η ομπρέλα . Οι άντρες απαραιτήτως μεγάλη μαύρη  αντοχής για να μη βρέχεται η ρεμπούμπλικα και να μη σου σουρώνει στη πλάτη, και οι γυναίκες μικρές χρωματιστές.

Όταν βέβαια είχε δυνατό αέρα ήτανε δύσκολο να τη κρατήσεις γιατί σου τη μπάτερνε και σπάγανε οι αντένες. Αν ο αέρας φύσαε προς τα σένα την έβανες κόντρα και  χαμηλά αλλά δεν έβλεπες που πάταες.

Στην όστρια ο καιρός μαλάτσαζε. Ότι έπρεπε για προιά , μοναχά να μην είχε λιόκριση.

Ζέστη, ομίχλη και  βροχή με σκόνη που έπεφτε και γινόντανε χώμα. Λες και τόκανε επίτηδες και το φύλαγε για τη Μ. Βδομάδα που οι γυναίκες είχανε ούλο το νοικοκυριό  έξω. Και τρέχανε να μάσουνε το απλωμένο σκουτοθέσι και να βάλουνε μέσα το τσάτζαλο. Κοκκίνιζε ο ασβέστης και τα πλυμένα παραθύρια γινόντανε άχρηστα.

Η ζέστη σε ξεγέλαε κι έβγανες τη ζακέτα. Ίδρωνες κι αμολυώσουνα και την άρπαζες.

εδιγέτσι.

Η θάλασσα άχνιζε και δεν άνοιγες μάτι απ’ τη θολούρα. Δεν είχες όρεξη για τίποτα. Ήσουνα ζαβλακωμένος  και μόνο να πλααίνεις ήθελες. Κι εδώ η περιγραφή ανάλογη:

…έριξε κοκκινοπίλι

…μας έχωσε

…δεν ανοιώ μάτι απ’ την όστρια.

Ο Γαρπής έφερνε ξαφνικά σύννεφα και έβρεχε με ήλιο. Δε ντόχεις εμπιστοσύνη. Ύστερα κυνηγάγαμε το ουράνιο τόξο για μετρήσουμε τα χρώματα.

Για να αντιμετωπίσεις  τους χειμώνες προσάρμοζες και την διατροφή σου.

Ενα Μεγανησιώτικο χειμωνιάτικο μενού αποτελούνταν από:

Ως κυρίως πιάτα:

Φασουλάδες, μπίζα,γίγαντες γιαχνιστούς, καμπρολάχανο, λαχανόπιτες και ψαρόπιτες.

Μπακαλιαρο παστο ξαρμυρισμένο από βραδύς, σούπες από χοντρό κρέας και κότα, λάχανα

Μαρίδα, μπακαλιάρο, άλλα ψάρια εποχής, και κάνα ζμαρικό που και που.

Σαλατικά (κρεμυδόφιλλα, κρεμύδι ξερό και  σκόρδο)

Επιδόρπια: Τηγανίτες (όταν έβρεχε),γλυκοπατάτες, κουρκούτι (τις Παρασκευές)  προμάδες,ριγανάδες.

Κρουφούγκι άμα γενάγανε τα πρόβατα και χλωροτύρι.

Ποτά-Ροφήματα : Ούζο και κρασάκι.

Τσάι  χορταρίσο κι ευρωπαϊκό χαμομέλι από το κήπο.

Γάλα πρόβειο ή γιδίσο με αλάτι.

Έπαιρναν λοιπόν αρκετή πρωτεΐνη και  βιταμίνες κάνοντας παράλληλα υγιεινή διατροφή.

Στα παιδιά στήβανε πολλές πορτογαλάδες για βιταμίνες να μη ξαστενίσει τελείως κι ο οργανισμός  γιατί ο χειμώνας ταλαιπωρούσε πολύ το σώμα. Οι Αν αρρώσταινες χειμωνιάτικα  θα μπορούσες να πάθεις:

Νεροκονίδιασμα στα πόδια  και στα χέρια.

Να σε τσαγκώνει ο λαιμός σου πούναι προεόρτιο  τς’αμυδαλίτιτας.

Να κρυώσει η κοιλιά σου,να πάρεις πιλόχιο, και να ποντάρεις

Να πάρεις πλευρίτιτα και να σου μείνουνε γι ούλο τον καιρό ακουρμαστικά με γατσούλια.

Να πάθεις πλεμονία

Και μετά τι να σου κάμει η νιβέα το βίξι και οι κούπες, το λαχανοζούμι, το λυχνοπάπουτσο κι η μολόχα;

Τέτοιους  χειμώνες στο νησί ούτε κανείς μετεωρολόγος δεν μπορούσε να τους προβλέψει γιατί  δεν υπήρχε τηλεόραση.

Μετεωρολόγοι ήταν οι γιαγιάδες που διάβαζαν τα μερομήνια από τον Αύγουστο,  οι ψαράδες που κοίταζαν τη θέση του φεγγαριού και σύμφωνα με το μπατάρισμα έβγαζαν το πόρισμα, τα σπασμένα κόκαλα που πόναγαν όταν άλλαζε ο καιρός, οι γλάροι και τα πουλιά που προμήνυαν την καταιγίδα.

Κι έπεφταν μέσα. Κι όταν αργότερα εμφανίστηκε η ΕΜΥ χρειάστηκε πολύς καιρός για να εμπιστευθούν τον μπάρμπα Μελανίτη .

Τώρα κανείς δεν ξανακοίταξε ουρανό, κι αναγελάμε με τη γιαγιά που μετράει με τους κόμπους του χεριού  της τους μήνες. Μπαίνουμε  meteo.gr κι ακούμε Αρναούτογλου και Αρνιάκο. Κι αναθεμάτο και ξέρουν τι λένε…

Τώρα ο χειμώνας  στο Μεγανήσι είναι διαφορετικός. Πιο μικρός πιο ζεστός πιο εύκολος , με άλλες ανέσεις, με άλλες εικόνες με άλλες περιγραφές..

Όχι επειδή άλλαξαν τα καιρικά φαινόμενα, αυτά παραμένουν ίδια ίσως και χειρότερα…άλλαξαν όμως οι συνθήκες,τα μέσα, τα σπίτια, οι δρόμοι, τα μέσα μεταφοράς. Οι λέξεις, οι περιγραφές, τα συναισθήματα,  οι άνθρωποι.

Τα κατσούλια γίνανε αδιάβροχα, μπέρτες κασκόλ, και σκούφοι. Οι τζούροι εξαφανίστηκαν από το δίκτυο ύδρευσης, οι στέγες μονώθηκαν με πισσόχαρτα, τα καλοριφέρ δουλεύουν στο φουλ και τα αλουμίνια δεν αφήνουν σταγόνα να περάσει μέσα..

Οι κλήσεις στο πλακάκι οδηγούν έξω τα νερά και τα φρεάτια τα παίρνουν μακριά. Τα  δερμάτινα παλτά και τα αντιανεμικά μπουφαν προστατεύουν το σώμα και οι γαλότσες είναι πολύχρωμες  μοντέρνες και με επένδυση. Το φερι-μποτ σκίζει τα κύματα άφοβα εκτός αν επιμένει ο λιμενάρχης.Χώμα υπάρχει μόνο στις γλάστρες κι οι λόμπες γέμισαν με άσφαλτο.

Έτσι, περνάει εύκολα γρήγορα και άνετα. Ο ένας χειμώνας μετά τον άλλον.

Όπως πέρασαν κι εκείνοι οι χειμώνες… των παππούδων μας, των γονιών  μας, των παιδικών μας χρόνων…

Ας τους κρατήσουμε… σαν γνώση… σαν παράδειγμα… σαν ανάμνηση.

Κάντε τους εικόνα και ζήστε τους μαζί με εκείνους…Όπως παλιά!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Exit mobile version