Η «συγκοινωνία» για την Λευκάδα κάποτε…

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη την δεκαετία του ’70, μισόν αιώνα πριν. Αυτό είναι το μεγάλο καΐκι που μετέφερε κόσμο κάθε μέρα (πλην Κυριακής) από το Μεγανήσι προς την Λευκάδα και πίσω. Όπως βλέπετε τότε ήταν ήδη κλειστού τύπου, με χάρμποτ θαλάσσης. Είχαν αντικατασταθεί τα ανοικτού τύπου παλιότερων δεκαετιών.

Το συγκεκριμένο είναι (όπως με ενημέρωσαν οι παλιότεροι) το «Αγία Αικατερίνη» του Πάνου Πολίτη (Πάκη), το επονομαζόμενο και «Πούλμαν»! Ακολούθησε τα επόμενα χρόνια το «Ειρήνη», ιδιοκτησίας της οικογένειας Γρηγόρη Δάγλα (Ροθοή). Τα αντίστοιχα Σπαρτοχωρίτικα που ξεκινούσαν από τα Σπήλια και έπιαναν και Νυδρί ήταν «η Τριγώνα», ο «Κωστής» (της οικ.Γιαννουκάκη- Σπύρος Κονιδάρης) και η «Ευαγγελίστρια». Μετά ακολούθησε και το «Φιλαδέλφεια» αν θυμάμαι καλά, και ήταν ιδιοκτησίας Αργυραίων (Τάκη Παράσχου) και Τσολακαίων (Σπύρου). Αν κάνω κάποιο λάθος οι μεγαλύτεροι θα με διορθώσουν και τους ευχαριστώ προκαταβολικά.

Τα καΐκια ξεκινούσαν αχάραγα από Βαθύ και Σπήλια, νομίζω 5.30 ή 6.00 το πρωί. Από το Κατωμέρι ο κόσμος κατέβαινε στο Βαθύ με τα πόδια μέσα στην νύχτα. Το καφενείο του Μπόερα (Βησσαρίων Γραμματικόπουλου) ήταν ανοιχτό λες και ήταν διανυκτερεύον φαρμακείο! Κι αυτό για να υποδεχτεί τους ταξιδιώτες για Λευκάδα, να φτιάξει καφέδες και να σερβίρει κουνιάκια τον χειμώνα. Αντίστοιχα θυμάμαι ότι στο Κατωμέρι ήταν ανοικτό το καφενείο του Μανικέ (Πάνος Δάγλας) στο οποίο συνωστίζονταν πλήθος κόσμου γύρω από την ξυλόσομπα τις κρύες χειμωνιάτικες μέρες, λίγο πριν πάρει την κατιούσα για Βαθύ.

Οι Μεγανησιώτες επισκέπτονταν τότε την Λευκάδα για λόγους ανάλογους με σήμερα: γιατρούς, ψώνια, εμπορικές συναλλαγές, δημόσιες υπηρεσίες ή ταξίδι πιο μακριά, στην Αθήνα ή την Πάτρα με τα ΚΤΕΛ. Η πόλη της Λευκάδας ήταν η «Χώρα», η «Πόλη» ή κοροϊδευτικά η «Μπρανελία». Χρησιμοποιούσαν πάντα το ρήμα «κατεβαίνω»  («Θα κατεβώ στη Χώρα»-«Πότε θα πας κάτου στη Χώρα;»). Αυτό μπέρδευε τότε το παιδικό μυαλό μου, μιας και στον χάρτη η… Χώρα ήταν βορειότερα του Μεγανησίου, δηλαδή «πάνω», κι όχι «κάτω»! Το ταξίδι βαστούσε κάπου μία ώρα νομίζω, μέσω του Αυλακιού (Διαύλου) για απευθείας ταξίδι. Μέσω Νυδριού ήταν παραπάνω (γιατί έκανε στάση και το προσέγγιζαν οι Νυδριώτες με μαούνες και σχεδίες!), πλησίαζε τις 2 ώρες! Η αναχώρηση από Λευκάδα πρέπει να ήταν στις 12.30 ή και λίγο αργότερα. Όποιος έχανε την συγκοινωνία λόγω καθυστέρησης την είχε βάψει! Θυμάμαι τις μανάδες μας πώς μας τραβούσαν στο Παζάρι από το χέρι βιαστικά για να προλάβουμε.

Στην πλώρη τα καϊκια είχαν υπερυψωμένη τιμονιέρα και στην πρύμη γιέκια (οιάκιο, πηδάλιο). Ο κόσμος ανέβαινε όπως φαίνεται στην εικόνα, είτε από την πλώρη, είτε από την πρύμη. Μέσα είχε ξύλινους πάγκους στους οποίους καθόντουσαν οι επιβάτες. Στο κύτος είχε την μηχανή και αμπάρι μεγάλο για να χωράει εμπορεύματα, κιβώτια, βαλίτσες κτλ. Πολλά επίσης έμπαιναν στην εξωτερική οροφή, όπου υπήρχε σχάρα. Αν τύχαινε να χαλάσει η μηχανή η επισκευή γινόταν εν πλω από τον καπετάνιο και το πλήρωμα. Μία φορά μου είχε τύχει, αλλά δεν θα πρέπει να ήταν και πολύ σπάνιο εκείνες τις εποχές. Μερικές φορές μετέφεραν και ζώα, έξω στην πρύμνη.

Η παραλία της Λευκάδας ήταν όπως την βλέπετε. Κατά τόπους είχε τσιμέντο, αλλά θυμάμαι και χωματόδρομους. Τα εμπορεύματα συνήθως τα μετέφεραν με καριόλες, τρίτροχες πλατφόρμες δηλαδή. Σπάνια με φορτηγάκια. Υπήρχαν και τα υποζύγια, όπως αυτό της φωτογραφίας. Στο Βαθύ επίσης υπήρχαν άνθρωποι με καρότσια που έκαναν την αχθοφορική δουλειά επί πληρωμής.

Στην παραλία απέναντι από εκεί που άραζε το καΐκι υπήρχε θυμάμαι ένα μικρό καφενεδάκι, μια τρύπα με ασβεστωμένους τοίχους, με τσίγκινα τραπεζάκια που έγερναν, λαμαρινένια στέγη, βαμμένο καταπράσινο απ’ έξω και με αφίσες καλλίγραμμων ηθοποιών στους τοίχους μέσα. Το είχε η θειά Ζαχαρένια (δεν θυμάμαι επώνυμο), αγαπημένη καφετζού των Μεγανησιωτών. Εκεί ήταν το κατάλληλο στέκι για να συναντήσεις κάποιον, όλοι περνούσαν από εκεί κάποια στιγμή. Υπήρχε και πιο μεγάλο καφενείο, αυτό του Ταμπάκη, όπως μου συμπληρώνουν οι παλιοί, ακριβώς απέναντι από εκεί που άραζε το πλοίο.

Φυσικά το σημείο καμπής ήταν η έλευση των φέρι-μποτ την δεκαετία του ’80 (το 1984 μπήκε το πρώτο στην γραμμή και ακολούθησαν γρήγορα και το δεύτερο, μετά ακόμα πιο μεγάλα). Τα φέρυ-μποτ κατέστησαν τα καΐκια αργά, πιο άβολα, λιγότερο λειτουργικά και εν πολλοίς ξεπερασμένα. Ωστόσο τα καΐκια (οι «συγκοινωνίες», όπως τα αποκαλούσαμε- προσέξτε: συν+κοινωνία!) εκείνη την εποχή, αλλά και τις δεκαετίες του ’50 και ’60 πριν την δικιά μου γενιά, υπήρξαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του τόπου. Δεν είναι απλά ότι κάλυπταν τις ζωτικές ανάγκες διασύνδεσης με την Λευκάδα ή ότι από μόνες τους ήταν ακμάζουσες επιχειρήσεις που έδιναν και θέσεις εργασίας. Ήταν ακόμα περισσότερο ένα κοινωνικό κύτταρο, ένας κινούμενος τόπος κοινωνικής συμπύκνωσης και συναναστροφής (ειδικά για τις γυναίκες), μια δημοκρατική πλατφόρμα εφάμιλλη του καφενείου του χωριού.

Για μας, τα τότε παιδιά, επιπλέον ήταν ο τρόπος με τον οποίο μεταφερόμασταν σε ένα μέρος με θαυμαστά και αξιοπερίεργα πράγματα: με βιτρίνες, παιχνίδια και γλυκίσματα, αυτοκίνητα, τρίκυκλα, αλλόκοτα μηχανήματα, παράξενους και ασυνήθιστους ανθρώπους, στα οποία ειδάλλως δεν θα είχαμε πρόσβαση. Άρα οι Συγκοινωνίες ήταν το όχημά μας για το όνειρο και την ίδια στιγμή η αίσθηση της ελευθερίας που εμπεριέχει κάθε ταξίδι.

Για όλη την γενιά μου, η φωτογραφία αυτή κουβαλάει ένα κομμάτι από την ψυχή μας. Και ίσως ένα κομμάτι που θα άξιζε κάποια στιγμή να φωτιστεί και να διασωθεί ιστορικά.

Σημ.ΜΤ: Ευχαριστώ για τις πολύτιμες παρατηρήσεις και διορθώσεις τους φίλους που μου έστειλαν μηνύματα, ενσωμάτωσα αρκετά στο κείμενο.