Roger Just: Αποκλειστική συνέντευξη στο ΜΤ

Έχουμε αρκετές φορές στο παρελθόν (πχ εδώ κι εδώ)  μιλήσει για τον Αυστραλό καθηγητή κοινωνικής ανθρωπολογίας Roger Just, τον «Ρότζερη», όπως τον θυμούνται οι παλιότεροι. Ο καθηγητής Τζαστ, που είχε διαμείνει στο τέλος της δεκαετίας του 1970 στο Μεγανήσι εκπονώντας ανθρωπολογική μελέτη, υπήρξε ο συγγραφέας της πραγματείας «A Greek Island Cosmos: Kinship and Community in Meganisi» (=»Ένας Ελληνικός Νησιωτικός Κόσμος: Συγγένεια και Κονωνία στο Μεγανήσι»). Το ΜΤ βρήκε τον κο καθηγητή κάπου μεταξύ Αγγλίας και Αυστραλίας και του ζήτησε μια διαδικτυακή συνέντευξη που με προθυμία και ευγένεια δέχτηκε να παραχωρήσει στον υποφαινόμενο. Μια συνέντευξη στην οποία δεν κρύβεται η νοσταλγία και η τρυφερότητα για το Μεγανήσι εκείνης της εποχής και τους ανθρώπους του.

   Η μετάφραση από τα αγγλικά είναι δική μας ενώ, για όποιον ενδιαφέρεται, ακολουθεί και το αγγλικό κείμενο.

 

Μ.Τ.: Καθηγητή Ρότζερ Τζαστ, πρώτα απ’ όλα θέλουμε να εκφράσουμε τις ευχαριστίες μας για την τιμή να δεχτείτε να συμμετέχετε σ’ αυτήν την συνέντευξη, ως ένας άνθρωπος που, μέσω της επιστήμης του, πρόβαλε το Μεγανήσι τόσο πολύ. Το βιβλίο σας «A Greek Island Cosmos: Kinship and Community in Meganisi» εμπεριέχει την μόνη λεπτομερή κοινωνιολογική/ ανθρωπολογική έρευνα για το μικρό μας νησί, το Μεγανήσι. Για να ολοκληρώσετε αυτήν την εργασία ξοδέψατε πολύ χρόνο στο νησί (2-3 χρόνια). Πώς αποφασίσατε να διαλέξετε αυτήν την συγκεκριμένη περιοχή για την πραγματεία σας; Γνωρίζατε εκ των προτέρων το Μεγανήσι ή, ενδεχομένως, κάποιους Μεγανησιώτες στην Αυστραλία;

Ρ.ΤΖ.: Όχι, δεν είχα ακούσει ποτέ για το Μεγανήσι, όταν ήμουν στην Αυστραλία. Σε μεγάλο βαθμό, όπως εξηγώ και παρακάτω, αυτό ήταν τυχαίο. Είχα αποφασίσει ότι ήθελα να εργαστώ στα Ιόνια Νησιά και διάλεξα την Λευκάδα διότι νόμιζα ότι κανείς άλλος κοινωνικός ανθρωπολόγος δεν είχε ακόμα δουλέψει εκεί. (Έσφαλα σχετικά με αυτό, επειδή αργότερα ανακάλυψα ότι μια Ελληνίδα ανθρωπολόγος, η Λίντα Παπαγαλάνη, είχε εργαστεί σε κάποιο από τα χωριά της Λευκάδας). Ταξίδεψα λοιπόν τριγύρω στην Λευκάδα για λίγο, όμως δεν μπορούσα να βρω ένα χωριό όπου οι άνθρωποι να είναι πρόθυμοι να μου νοικιάσουν, για να διαμείνω κάπου, εκτός από τα «τουριστικά» χωριά στα παράλια, όπου όμως δεν ήθελα να πάω. Κατόπιν συνάντησα σε ένα καφενείο [kafenio] στην Λευκάδα ένα νεαρό ζευγάρι Άγγλων, το οποίο αναφέρθηκε στο Μεγανήσι, και έλεγαν ότι ήταν «διαφορετικό». Πήρα τότε αμέσως το μεταφορικό καΐκι, και βρέθηκα στο καφενείο [kafenio] που διατηρούσε ο Βασίλης ο Μαυρομάτης. Τον ρώτησα αν θα μπορούσε να μου νοικιάσει κάποιο δωμάτιο, απάντησε θετικά… κι έτσι κι έγινε.

Μ.Τ.: Πόσο καλά ελληνικά μιλούσατε εκείνη την μακρινή εποχή και πόσο δύσκολο ήταν να επικοινωνήσετε με τους ντόπιους;

Ρ.ΤΖ.: Είχα μελετήσει Αρχαία Ελληνικά στο πανεπιστήμιο -αλλά όπως θα ξέρετε, αυτό δεν αποτελούσε και μεγάλη βοήθεια, ειδικά όταν κάποιος είχε διδαχθεί την «Ερασμική» προφορά. Είχα επίσης κάποια «μάθε μόνος σου Ελληνικά» βιβλία και ένα λεξικό. Αργότερα, έκανα και ένα μήνα μάθημα στα Νέα Ελληνικά στην Αθήνα. Τους τρεις πρώτους μήνες στο νησί, κόντεψα να τρελαθώ, γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε μία λέξη απ’ όσα έλεγαν οι άνθρωποι –αν και εκείνοι μπορούσαν να καταλάβουν τα σπαστά Ελληνικά μου. Στο τέλος, κατόρθωσα να μάθω τη γλώσσα, εξαιτίας όλης της βοήθειας που οι ντόπιοι, ιδιαίτερα οι γεροντότεροι, ήταν πρόθυμοι να μου προσφέρουν. Μου μιλούσαν όλη την ώρα, κι εγώ άκουγα. Είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων στον παλιό μου φίλο, Γρηγόρη Πολίτη «Τσιγάρα» (που θα πρέπει, βέβαια, να μην ζει πια) για τις πολλές ώρες που ξόδεψε μιλώντας μου υπομονετικά.

Μ.Τ.: Μπορούμε να φανταστούμε ότι για να καταφέρετε να ολοκληρώσετε την έρευνά σας έπρεπε να αναμειχθείτε με το τοπικό στοιχείο και να προσπαθήσετε να κατανοήσετε βαθιά, ανθρώπους μιας διαφορετικής κουλτούρας. Τι ήταν αυτό, από το ξεκίνημα αυτής της συναναστροφής, που σας έκανε περισσότερο εντύπωση, κε καθηγητά;

Ρ.ΤΖ.: Είναι ακριβώς ο στόχος της εθνογραφίας να αλληλεπιδρά με ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας και να προσπαθεί να κατανοήσει αυτή την κουλτούρα. Την ίδια στιγμή όμως, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι όλοι είμαστε ανθρώπινα όντα και ότι, εντέλει, δεν διαφέρουμε ριζικά. Υποθέτω ότι τα πράγματα που με εντυπωσίασαν περισσότερο ήταν το πόσο σημαντική ήταν η συγγένεια και η οικογένεια στις καθημερινές υποθέσεις, η αίσθηση της προσωπικής αυτοεκτίμησης που είχαν οι άνθρωποι και, συνεπακόλουθα, η ανταγωνιστικότητα μεταξύ των οικογενειών –αλλά επίσης, αυτή η πασίγνωστη Ελληνική αρετή, η φιλοξενία.

Μ.Τ.: Σύμφωνα με όσα γράφετε, η συμμετοχή σας στα κοινωνικά δρώμενα (ή συμβάντα) σας επέτρεψαν να αποκτήσετε κάποιους καλούς φίλους στο Μεγανήσι. Θυμάστε ακόμα κάποιους από αυτούς;

Ρ.ΤΖ.: Ναι, νομίζω ότι τους θυμάμαι σχεδόν όλους, αν και εσκεμμένα δεν χρησιμοποιώ τα πραγματικά ονόματά τους στο βιβλίο (για προφανείς λόγους). Θυμάμαι με ιδιαίτερη τρυφερότητα τον Βασίλη Μαυρομάτη και την γυναίκα του, Ντίνα. Τον Γρηγόρη Πολίτη και τη σύζυγό του. Τον Χαρίλαο Αμάραντο και την σύζυγό του. Αλλά ήταν και πολλοί, πολλοί άλλοι.

Μ.Τ.: Θα θέλατε να ανακαλέσετε στην μνήμη σας κάποιο αστείο ή παράξενο περιστατικό που δεν περιλάβατε στο βιβλίο σας;

Ρ.ΤΖ.:  Τον πρώτο μου μήνα στο Μεγανήσι πήγα μαζί με τον Σωκράτη Φερεντίνο και μισή ντουζίνα φίλων του για να μαζέψουμε μερικά ξύλα ώστε να επισκευάσει το καΐκι του. Πήγαμε με την βάρκα σε ένα από τα μικρά ακατοίκητα νησιά κοντά στο Μεγανήσι, και αρχίσαμε να κόβουμε μερικά δέντρα. Ρώτησα αθώα αν μας επιτρεπόταν να πάρουμε δέντρα από αυτό το νησί, και μου είπαν ότι, ναι, ήταν εντελώς σωστό. Μερικά λεπτά αργότερα ακούσαμε μια βενζινάκατο, και ξαφνικά όλοι ξάπλωσαν στο έδαφος και κάποιος με τραβούσε από τον αστράγαλο για να με κάνει να χαμηλώσω. Ρώτησα τι συνέβαινε, και μου εξήγησαν ότι μπορεί να είναι η αστυνομία. «Μα, είπατε ότι ήταν εντελώς σωστό να πάρουμε τα ξύλα», απόρησα. «Ναι», απάντησε ο φίλος μου, «Σωστό είναι, αρκεί να μην μας πιάσουν!»

Μ.Τ.: Αρκεί μια ματιά στο διαδίκτυο για να καταλάβει αμέσως κάποιος ότι η εργασία σας για το Μεγανήσι αποτελεί ένα σημείο αναφοράς στις ανθρωπολογικές/ κοινωνιολογικές σπουδές. Ποιο ρόλο έπαιξε το Μεγανήσι στην καριέρα σας;

Ρ.ΤΖ.: Μου πήρε μεγάλο χρονικό διάστημα για να γράψω και να δημοσιεύσω το βιβλίο, επειδή είχα πληθώρα διδακτικής δουλειάς στο πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, και μπορούσα να γράφω μόνο τη νύχτα και τα σαββατοκύριακα. Ήταν λίγο μετά που είχα τελειώσει το βιβλίο πάντως, όταν μου προσφέρθηκε η θέση του Καθηγητή Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κεντ, οπότε υποθέτω ότι ήταν η έκδοση του βιβλίου που με βοήθησε να πάρω μια τέτοια θέση.

Μ.Τ.: Έχετε πια συνταξιοδοτηθεί από το Πανεπιστήμιο του Κεντ, αλλά παραμένετε Επίτιμος Καθηγητής. Διακόψατε τα επιστημονικά προγράμματα και την δημοσίευση άρθρων ή η επιστήμη είναι κάτι που δεν σταματά ποτέ; Τι σχέδια έχετε για το μέλλον;

Ρ.ΤΖ.: Δεν είμαι σίγουρος ακόμα. Πέρασα τους περισσότερους από τους τελευταίους δεκαοχτώ μήνες επισκεπτόμενος την Αυστραλία και βλέποντας την οικογένειά μου και παλιούς φίλους, αλλά υποψιάζομαι ότι θα αρχίσω να βαριέμαι μέχρι το επόμενο έτος, και γι’ αυτό μπορεί να προσπαθήσω να γράψω κάτι καινούριο.

Μ.Τ.: Ασφαλώς ακούτε σχετικά με την κακή οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας μας. Θα θέλαμε ένα σύντομο σχόλιο γι’ αυτό. Σκέφτεστε να επισκεφτείτε την Ελλάδα, ή ακόμα και το Μεγανήσι, στο άμεσο μέλλον;

Ρ.ΤΖ.: Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά περίπλοκη, και δεν νομίζω ότι είμαι αρμόδιος να σχολιάσω κάτι σχετικά με το οικονομικό ή πολιτικό της μέλλον. Θέλω μόνο να ελπίζω, ωστόσο, ότι θα βελτιωθεί. Ενδεχομένως να επισκεφτώ την Ελλάδα στην επόμενη διετία, αλλά για την ώρα νομίζω ότι κάτι τέτοιο θα μου προκαλούσε θλίψη. Δεν έχω ξανάρθει στο Μεγανήσι, από το 1994, κυρίως επειδή σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που κάποτε ήξερα δεν είναι πλέον στην ζωή ή έχουν εγκαταλείψει το νησί. Είναι δυνατόν να ξαναγυρίσεις σε ένα μέρος, όμως, αλίμονο, όχι και σε μια εποχή…

Μ.Τ.: Και μια τελευταία δύσκολη ερώτηση: ποια είναι η αγαπημένη σας Ελληνική λέξη;

Ρ.ΤΖ.: Αυτό είναι εύκολο: «φασαρία» [“fasaria”]. Δεν υπάρχει καμιά λέξη στα αγγλικά που να σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα, και θυμάμαι ότι ήταν μια πολύ χρήσιμη Ελληνική λέξη που οι αγγλόφωνοι στη Βρετανική Σχολή στην Αθήνα υιοθέτησαν και χρησιμοποιούσαν διαρκώς στα Αγγλικά τους.

Μ.Τ.: Κύριε Τζαστ, θέλουμε να σας ευχαριστήσουμε θερμά γι’ αυτήν την συνέντευξη και για όλα όσα έχετε κάνει για το Μεγανήσι! Ευελπιστούμε να σας συναντήσουμε το συντομότερο δυνατόν στο νησί μας, που θα πρέπει να θεωρείτε και δικό σας νησί.

 

Σύντομο Βιογραφικό του Ρ. Τζαστ:

Ο Roger Just γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αυστραλία όπου και έκανε τις σπουδές του στην Ανθρωπολογία και το διδακτορικό του στην Κοινωνική Ανθρωπολογία. Ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα και εργάστηκε ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης μέχρι το 2002 οπότε και ανέλαβε θέση Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Κεντ στην Αγγλία. Συνταξιοδοτήθηκε το 2010 ως Επίτιμος Καθηγητής. Έχει εκδώσει διάφορα βιβλία με πιο γνωστά την μελέτη του για το Μεγανήσι που αναφέραμε καθώς και το «Woman in Athenian Law and Life» (= «Η Γυναίκα στον Νόμο και την Ζωή της Αθήνας»). Έχει επίσης συμμετάσχει σε κοινές εκδόσεις και έχει δημοσιεύσει πλήθος επιστημονικών άρθρων, πολλά από τα οποία άπτονται του υλικού που συνέλεξε στο Μεγανήσι και είναι γραμμένα με εξαντλητική επιχειρηματολογία, αλλά και ένα ιδιάζον χιούμορ. Χαρακτηρίστηκε από τους μαθητές του «εμπνευσμένος δάσκαλος» και εξακολουθεί να είναι πολύ αγαπητός και δημοφιλής στους ακαδημαϊκούς κύκλους.  

 

Η αγγλική εκδοχή της συνέντευξης:

 Professor Roger Just, first of all we want to express you our thanks for the honour to accept the participation in this interview, as a man who promoted Meganisi so much, through his science. Your book “A Greek Island Cosmos: Kinship and Community in Meganisi” contains the only detailed sociological/ anthropological research for our tiny island, Meganisi. To complete this essay you spend a large amount of time on the island (2-3 years). How did you decide to choose this specific area for your essay? Did you know in advance Meganisi, or maybe some Meganisiots in Australia?

-No – I had never heard of Meganisi when I was in Australia. To some large extent, as I explain in the forward, this was accidental. I had decided that I wanted to work in the Ionian Islands, and I chose Lefkadha because I thought that no other social anthropologist had yet worked there. (I was wrong about this, because I later discovered that a Greek anthropologist, Linda Papagalani, had worked in one of the villages on Lefkadha.) I travelled around Lefkadha for a while, but I could not find a village where people were willing to rent me anywhere to stay, except for the ‘tourist’ villages on the coast, where I did not want to be. I then met a young English couple in a kafenio in Lefkadha, who mentioned Meganisi, and said it was ‘different’. I caught the ferry caique there, and went to the kafenio then owned by Vasilis Mavromatis. I asked him if he could rent me a room, and he said yes . . . and that was that.

-How well you spoke Greek language at that distant time and how difficult was to communicate with local people?

-I had studied Ancient Greek at university – but as you will know, that is really not much help, especially if one had been taught the ‘Erasmian’ pronunciation. I also had some ‘teach yourself Greek’ books and a dictionary. Later, I did a one month’s course in Modern Greek in Athens.  For the first three months in the village, I nearly went mad, because I could not understand a word that people were saying – although they could understand my broken Greek. In the end, I managed to learn Greek because of all the help that local people, particularly the older generation, were willing to give me. They talked to me all the time, and I listened. I am particularly grateful to my old friend, Gregoris Politis ‘Tsigaras’ (who must, of course, be dead by now) for the many hours he spent patiently talking to me.

-We can imagine that to be able to complete your research you had to interact with the local subjects and try to deeply understand people with a very different culture. What was that, from the beginning of this association, that most impressed you, professor?

-It is the aim of ethnography to interact with people from a different culture and to try to understand that culture.  At the same time, it is important to remember that we are all human beings, and that in the end, we are not radically different. I suppose that the things that most impressed me were the importance of kinship and family in daily affairs, the sense of personal self-esteem that people had, and, following from this, the competitiveness between families – but also, that well known Greek virtue, filoxenia.

-According to your writings, your participation in the social events (or happenings) allowed you to obtain some good friends in Meganisi. Do you still remember any of them?

-Yes – I think I remember almost all of them, but I deliberately did not use people’s real names in the book (for obvious reasons). I think particularly fondly of Vasilisis Mavromatis and his wife, Tina; of Gregoris Politis and his wife; of Harilaos Amarandos and his wife – but there were many, many others.

-Would you like to recall to your memory some funny or strange incident which is not included in your book?

-In my first month on Meganisi I went out with Sokratis Ferendinos and half a dozen of his friends to get some wood to mend his caique. We sailed to one of the small uninhabited islands near Meganisi, and started to chop down some trees. I innocently asked if we were allowed to take trees from this island, and was told that yes, it was perfectly alright. A few minutes later we heard a motor boat, and suddenly everyone was laying flat on the ground and someone was pulling my ankle to make me lie down. I asked what was going on, and was told it might be the police. “But you said it was alright to take the wood,” I said.  “Yes,” said my friend, “It’s alright provided we don’t get caught!”

-Just one look for someone on the web is enough to immediately understand that your work on Meganisi is a major reference to the anthropological / sociological studies. What role does Meganisi played in your career?

-It took me a very long time to write and publish the book, because I had a lot of teaching to do at Melbourne university, and could only write at night and on the weekends. It was shortly after I wrote the book, however, that I was offered the position of Professor of Anthropology at the University of Kent, so I suppose it was the publication of the book that helped me get that position.

-You have now retired from theUniversityofKent, but you are still an emeritus professor. Did you stop the scientific projects and the publication of articles or the science is something that never stops? What plans do you have for the future?

-I’m not sure at the moment. I have spent much of the last eighteen months visiting Australia and seeing family and old friends, but I suspect that I shall start to get bored over the next year, and so I may try to write something new.

-Of course you hear about the bad economic and social situation of our country. We would like a short comment about this. Are you thinking of visitingGreece, or even Meganisi, in the near future?

Greece’s situation is extremely complicated, and I do not think that I am competent to comment on its economic and political future. I can only hope, however, that it will get better. I may visit Greece in the next couple of years, but at the moment I think it would make me sad. I have not returned to Meganisi since 1994, mostly because almost all the people I once knew are now dead or have left the village. It is possible to go back to a place, but, alas, not to a time.

-And one last difficult question: what is your favorite Greek word?

That is easy: “fasaria”.  There is no word in English that means exactly the same thing, and I remember that it was a very useful Greek word that ssEnglish-speakers at the British School at Athens adopted and used all the time in their English.

-Mr Just, we want to thank you warmly for this interview and all you have done for Meganisi! We hope to meet you as soon as possible in our island, which you sould also consider, your island.